Κριεζώτου 3. Εκεί όπου έζησε και εργάστηκε 40 χρόνια ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας. Ο ανύποπτος επισκέπτης που έχει περάσει εκατό φορές από το ίδιο πεζοδρόμιο μπορεί να σταθεί και να ακούσει τις φωνές των πνευματικών ανθρώπων που «ζουν» εκεί. Μια επίσκεψη αρκεί για να συναντηθεί με την πνευματικότητα των σπουδαίων Ελλήνων σε όλες τις εκφάνσεις. Την ποίηση, τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τη χαρακτική, τη μουσική, το θέατρο, τη φωτογραφία, την αρχιτεκτονική. Κι όταν αποφασίσει να βγει πάλι στο φως, ένα ερώτημα θα τον παιδεύει: Τι συνέβη κι όλος αυτός ο πλούτος των ιδεών, των χρωμάτων, των σχεδίων, που παρουσιάζονται στους πέντε ορόφους της κατοικίας του καλλιτέχνη, δεν μετουσιώθηκαν ποτέ σε επίσημη πολιτική πράξη; Με το που μπαίνεις στην Πινακοθήκη Γκίκα, συναντιέσαι με τους πρωτοπόρους της μεσοπολεμικής Ελλάδας, υποκλίνεσαι στον μοντερνισμό του Πικιώνη, χάνεσαι στη «Θάλασσα στην Πάρο» του Παπαλουκά και υποκλίνεσαι ξανά και ξανά στις φιγούρες του Σπαθάρη που τόσο εκτίμησε ο Τσαρούχης.
Πόσα πρόσωπα, πόσα ονόματα, πόσες ιδέες και συγκινήσεις προκαλεί αυτή η γνωστή άγνωστη πινακοθήκη. Η φωτογραφική μηχανή της Nelly’s, η τελευταία -με μολύβι γραμμένη- επιστολή του Καρυωτάκη, τα ποιήματα του Σαραντάρη, τα πεινασμένα -ζωγραφισμένα με κάρβουνο- παιδιά της Αννας Κινδύνη από τη Φώκαια της Μικράς Ασίας, ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, η Δώρα Στράτου, τα σχέδια του Δοξιάδη. O Kουν από την Προύσα, ο Τσίρκας από το Κάιρο, ο Σβορώνος από τη Λευκάδα, ο Αρης Αλεξάνδρου με το «Κιβώτιό» του, ο Τερζάκης, η Βακαλό, ο Καμπανέλλης, οι μαθητές του Παρθένη, η ομάδα Αρμός. Οι δικοί μας πνευματικοί άνθρωποι. «To εκτιθέμενο υλικό αποτυπώνει εύγλωττα τις ανησυχίες, τις αγωνίες, τα επιτεύγματα των Ελλήνων δημιουργών, αναδεικνύοντας τόσο τις μεταξύ τους σχέσεις όσο και τον διάλογό τους με τους αντίστοιχους προβληματισμούς στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο», σημειώνεται εύστοχα στο ενημερωτικό φυλλάδιο. Ομως γιατί αυτοί οι άνθρωποι, που μεγαλούργησαν -καθένας στον τομέα του- με εμπειρίες και με έναν κοσμοπολιτισμό αυθεντικό, δεν μπόρεσαν να επιδράσουν καταλυτικά στις αποφάσεις της κεντρικής εξουσίας και στην κουλτούρα των ανθρώπων; Γιατί, για παράδειγμα, τα έργα των πρωτοπόρων της αρχιτεκτονικής δεν αποτυπώθηκαν σε μια όμορφη μητρόπολη που σέβεται τον άνθρωπο-πολίτη; Μήπως γιατί οι εξουσίες ήταν απίθανα αντιπνευματικές; Πολλά είναι τα ερωτήματα που τίθενται εμπρός μας, καθώς αφήνουμε πίσω την πινακοθήκη. Μήπως, εντέλει, αυτή η πνευματικότητα έμεινε μόνο σε μια ελίτ και δεν έγινε, δεν θα γίνει ποτέ, απόκτημα της ελληνικής κοινωνίας; Το πολύ πολύ, το απόκτημα κάποιας συλλογής, μια αξία χρηστική που δεν θα απειλήσει ποτέ την τάξη των πραγμάτων. Αλλωστε αν αναζητήσει κανείς σήμερα πού και πώς μεταλαμπαδεύτηκε το έργο των πνευματικών μας ανθρώπων, όσο κι αν ψάξει δεν θα το βρει.

