Ένα από τα πλέον προσφιλή πεδία στην αντιπαράθεση των κομμάτων μας είναι οι ιδιωτικοποιήσεις, σε συνάρτηση με ξένες επενδύσεις. Η εκάστοτε αντιπολίτευση χαρακτηρίζει κάθε απόπειρα ιδιωτικοποίησης, όχι μόνον «ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας», αλλά κατά κανόνα προαναγγέλλει και την κατάργησή της όταν αναλάβει την εξουσία. Φθάνει μάλιστα στο σημείο να προειδοποιεί τους υποψήφιους επενδυτές ότι «θα χάσουν τα λεφτά τους», αν ανταποκριθούν στους σχετικούς διαγωνισμούς. Το «παιχνίδι» αυτό ξεκίνησε από τις αντιπολιτευτικές περιόδους του ΠΑΣΟΚ και συνεχίζεται, με μεγαλύτερο ζήλο, από τον ΣΥΡΙΖΑ. (Ως αντιπολιτευόμενη η Ν.Δ. είχε μικρότερη «συμμετοχή», αφού οι κυβερνήσεις του «νεότερου» ΠΑΣΟΚ συνήθως πάγωναν ακόμη και τις «εγκεκριμένες» από το ίδιο ιδιωτικοποιήσεις). Αναφέρομαι στο «παιχνίδι» αυτό, με αφορμή την προχθεσινή είδηση πως ο Πειραιάς αναδείχθηκε το 2013 ως το ταχύτερα αναπτυσσόμενο λιμάνι στον πλανήτη μας. Είναι ήδη το τρίτο μεγαλύτερο λιμάνι της Μεσογείου, αφού, από το 2011, υπερδιπλασίασε τη διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων. Κατά τις δημοσιογραφικές εκτιμήσεις δε, και εφόσον προχωρήσει η νέα επένδυση της Cosco στη δυτική πλευρά του λιμανιού, ο Πειραιάς μπορεί, έως το 2016, να έχει καταστεί το μεγαλύτερο εμπορικό λιμάνι της Μεσογείου.
Αξίζει να θυμηθούμε όλοι πώς αντέδρασε, ως αντιπολίτευση το ΠΑΣΟΚ το 2008, όταν γίνονταν οι συζητήσεις με την Cosco. Ο Γ. Παπανδρέου χαρακτήρισε τη σύμβαση ως «καταστροφική, απαράδεκτη και ανεύθυνη», προαναγγέλλοντας, τουλάχιστον την «επαναδιαπραγμάτευσή της». Συμπαρατάχθηκε, δηλαδή, απόλυτα με τις πάγιες θέσεις του ΚΚΕ και του «νεοσσού», τότε, ΣΥΡΙΖΑ περί «ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας». Αργότερα ο κ. Τσίπρας, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και ενώ η σύμβαση εφαρμοζόταν με επιτυχία, διακήρυξε πως θα ξανάστελνε το λιμάνι στο Δημόσιο, ερχόμενος «εν τη βασιλεία του», ως πρωθυπουργός.
Ας θυμηθούμε, επίσης, πως ο Γ. Παπανδρέου, λίγους μήνες μετά τις καταγγελίες του και αφού έγινε πρωθυπουργός, δέχθηκε με ανοικτές αγκάλες τον επικεφαλής της Cosco κάπτεν Γουέι Ζιαφού, εκλιπαρώντας την διεύρυνση της ελληνοκινεζικής συνεργασίας. Αλλά και ο κ. Τσίπρας άρχισε, καθυστερημένα, να μασάει τα λόγια του σχετικά με την… επανακρατικοποίηση του λιμένος Πειραιώς. Προφανώς και οι δύο αναδιπλώθηκαν, υπό το δέος του πολιτικού κόστους, που θα είχε η επαναφορά του πρώτου λιμανιού της χώρας στην πρότερη κατάσταση της τελμάτωσης και της παρακμής του. Και οι δύο, από προμηθείς της καταστροφής, μεταβλήθηκαν σε επιμηθείς της επιτυχίας. Ομως, αφού προσπάθησαν να ψηφοθηρήσουν, υιοθετώντας ή -ακόμη χειρότερα – υποδαυλίζοντας όλες τις φοβίες των εργαζομένων του λιμανιού, (οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, αισθάνονται σήμερα συμμέτοχοι του επιτεύγματος). Πισωγύρισαν, εκ των υστέρων, φοβούμενοι την αντίδραση της κοινής γνώμης αλλά και των ίδιων των εργαζομένων, που είδαν το φως το αληθινόν…
Φυσικά, είναι περιττόν να επισημάνουμε τις επιπτώσεις αυτής της πολιτικής της εκάστοτε αντιπολίτευσης, σε κάθε προσπάθεια προσέλκυσης ξένων επενδυτών. Ο «θαλασσοδαρμένος» κάπτεν Γουέι Ζιαφού ήταν, ίσως, ο μόνος που «επένδυσε» στην ανεμοδούρια συμπεριφορά των Ελλήνων «καπεταναίων». Οπως φαίνεται, κανείς άλλος δεν είναι διατεθειμένος να υποστεί την ίδια δοκιμασία. Ιδίως τούτες τις ώρες, που κρίνεται διεθνώς η ελληνική αξιοπιστία, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται σε επίπεδα ανυποληψίας. Τούτες τις ώρες, που περισσότερο από ποτέ οφείλουμε να αποδείξουμε τη συνέχεια και -προπαντός- την συνέπειά μας, ως Κράτος…

