Το άρωμα της Θεσσαλονίκης έρχεται και σε βρίσκει, σε τυλίγει εκεί που δεν το περιμένεις, είτε σαν στίχος είτε σαν ζωγραφιά, κι ακολουθούν οι αναμνήσεις οι προσωπικές, αποκτημένες στον χρόνο. Παρουσίες, απουσίες, απόηχος ταξιδιών, «ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα/ χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως/ να ονειρεύεσαι ταξίδια…». Επάνω στο γεμάτο χαρτιά δημοσιογραφικό γραφείο το βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου, ποιητή και πεζογράφου από τους πλέον σημαντικούς της μεταπολεμικής γενιάς, που η συλλογή διηγημάτων του «O δρόμος για την Ουρανούπολη» βραβεύτηκε με Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 2009, έφθασε με τη δική του δυναμική. «32 ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη στο διάστημα 57 χρόνων (1966 – 2013) τα «περισσότερα δημοσιευμένα στα ποιητικά βιβλία που έχει εκδώσει, μάς ταξιδεύουν στο εντός του κόσμου του ποιητή, στη δική του Θεσσαλονίκη, την οποία μοιράζεται με τον αναγνώστη με οικειότητα «σαν ρουφηξιά από τσιγάρο». Στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα «H γοητεία των δευτερολέπτων» για ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη το 1971, πριν γυρίσει οριστικά από το Λονδίνο, εξηγεί την εξάρτηση της ψυχής με τον τόπο. «Στάθηκα στο παράθυρο εκστατικός, κι άφησα ελεύθερα τα μάτια μου, ελεύθερη την ψυχή μου. Αυτός ήταν ο τόπος μου, αυτή η θάλασσά μου, αυτή η γλώσσα μου και η γραμμή του αίματος χιλιάδες χρόνια τώρα απ’ τα παράλια της Ιωνίας και της Μαύρης Θάλασσας ώς τη μεγάλη πόλη των προσφύγων. Εδώ ήμουν προορισμένος να ζήσω, να γράψω τα βιβλία μου και να πεθάνω». Αντί προλόγου στο βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μανδραγόρας, εξηγεί το προσφυγόπουλο δεύτερης γενιάς τι συμβαίνει «όταν στην περιπέτεια της ψυχής υπερισχύει τελικά η αγάπη». O πατέρας του Νίκος ήταν από το Σαλιχλί της Μικράς Ασίας, όπως και ο Τάσος Αθανασιάδης, ο λογοτέχνης συγγραφέας με το έργο-ποταμό. H μητέρα του Αριστούλα ήταν από τη Σωζόπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας, ο Τόλης γεννήθηκε κι έμεινε, και μένει Σαλονικιός και γι’ αυτή τη μεγαλομάνα πόλη γράφει τα 32 του ποιήματα. Στο εξώφυλλο -άλλος μαγνήτης- η τοπιογραφία της Θεσσαλονίκης από τον ζωγράφο λόγιο και φίλο ζωής του Τόλη Νικηφόρου, τον Ντίνο Παπασπύρου, που βάζει χρώμα και υπόσταση στο οδοιπορικό των αναμνήσεων που μας οδηγούν τα ποιήματα του Νικηφόρου. Πιο ταιριαστός συνδυασμός δεν γίνεται: διαβάζεις, βλέπεις, θυμάσαι, ελπίζεις και συνεχίζεις… Τόλη Νικηφόρου, με το βυζαντινό σου όνομα που δείχνει τις ρίζες σου και την ποιητική φλέβα στο αίμα σου, η Θεσσαλονίκη σου έδωσε πολλά κι αυτά ήρθαν τα ποιήματά σου και μάς πήραν από το χέρι για μια επιστροφή, σ’ αυτούς που μένουν αλλού ή εκείνους που έφυγαν και γύρισαν, γιατί κατάλαβαν.
Αυτή είναι η τέταρτη ποιητική συλλογή που κυκλοφορεί σε βιβλίο ο Τόλης Νικηφόρου. Προηγήθηκαν οι συλλογές «Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας» 2007, «Το μυστικό αλφάβητο» 2010 και «Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα» 2012. Σύνολον βιβλίων με την πεζογραφία και τα μυθιστορήματα 30! Δίνει έμπνευση η ζωή στη Θεσσαλονίκη, οι άνθρωποί της, η ιστορία της, το τοπίο της. H «γέφυρα» με τη Θεσσαλονίκη αποδείχθηκε όμοια παραγωγική. H στήλη ευχαριστεί τον Τόλη Νικηφόρου για την αφιέρωση με την ωραία γενναιόδωρη γραφή του και τον Ντίνο Παπασπύρου για τον πίνακα στο εξώφυλλο του βιβλίου που λειτουργεί ως Χάρτης για αισθαντικά ποιήματα.
ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα / και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι / αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή
το χώμα να μυρίζει γειτονιά / και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι / ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα
νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους / να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας / πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς / αργά, πολύ αργά τον τούρκικο / και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα / με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη / κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα
ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα / χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως / να ονειρεύεσαι ταξίδια
(από τη συλλογή Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας, 2007)
μητρόπολη της μνήμης, της ψυχής
πόσοι και πόσοι αγάπησαν / και χάθηκαν σ’ αυτή την πόλη / κι άφησαν ένα φως παράξενο / σαν απ’ τα μάτια τους θαμπό / σε ρημαγμένες πέτρες
παιδιά της προσφυγιάς στα καλντερίμια της / με τον απέραντο καημό της μνήμης / στους λόφους και τις φτωχογειτονιές / γύρω απ’ τον κόλπο
λάμπουν εκστατικά τα ερείπια από τότε / ένα παράξενο ψηφιδωτό της ιστορίας / κάστρα και μαυρισμένα ξύλα / αόρατα τζαμιά, συναγωγές, / αψίδες, μακεδονικά κτερίσματα, / τάφοι και εκκλησιές βυζαντινές μέσα στο χώμα / φαντάσματα που ψιθυρίζουν μυστικά / απ’ την αρχή του χρόνου
εδώ το σούρουπο ανατέλλουν οι ψυχές / κόκκινος ήλιος, σύννεφα / που παιχνιδίζουν με τον άνεμο στον ουρανό / στο άπειρο που ονειρεύονται και ταξιδεύουν
(αδημοσίευτο)

