Κλειστά πρόσωπα, κλειστά καταστήματα, μια αίσθηση σαν η πόλη να εκκενώθηκε βιαστικά είναι η πρώτη εντύπωση που, όμως, μένει και επιμένει για τον επισκέπτη της που αγαπά τη Θεσσαλονίκη. Κάθε άφιξη έχει να κάνει με μια δημοσιογραφική αποστολή, κι αυτό της δίνει κάτι από τη χαρά μιας γιορτής και μιας ανάσας διακοπών. Οχι ότι η Αθήνα που αφήσαμε πίσω, μεσημέρι Κυριακής, με το «Ελευθέριος Βενιζέλος» μεγάλο και άδειο από κόσμο με υπαλλήλους βάρδιας στα λίγα φωτισμένα «γκισέ» και ένα ολόφωτο, αλλά χωρίς πελάτες, Tax Free, είχε την κίνηση και τη ζωηράδα όπως άλλοτε. Αλλά είναι η έδρα μας, και η διάθεση να αλλάξουμε εντυπώσεις, όπως σε κάθε ταξίδι, μικρό ή μεγάλο, είναι παρούσα και έντονη. Ομως, η κρίση ήταν κι εκεί, είχε φθάσει από καιρό, είχε αλλάξει τα πάντα εκτός από το τοπίο.
«1 ευρώ το φραπέ και το espresso» μας έγνεψε φωτεινή επιγραφή σε τζάμι πολυτελούς πολυκατοικίας, με μαυρόασπρα πλακάκια στο δάπεδο σαν στο Μέγαρο Μαξίμου! Μετά, τα «ενοικιάζεται» και τα «Πωλείται» στα τζάμια, εκεί που ήταν ελκυστικές πλούσιες βιτρίνες, σε στέκια γνωστά, σε εισόδους πολυκατοικιών που άλλοτε είχαν θυρωρό και τώρα δεν έχουν θέρμανση, άδειασαν από ενοίκους! «Θεσσαλονίκη μου, μεγάλη φτωχομάνα» τραγουδούσε ο Τσιτσάνης «στα Κούτσουρα του Δαλαμάγκα», πίσω από το «Ντορέ», τις εποχές που, με το ποτό και το τραγούδι, πήγαιναν κάτω πιο εύκολα τα κάθε λογής φαρμάκια. Αφαντα τα ουζάδικα στις στοές και στην Αγορά. «Του Τόλη» στην πλατεία Αριστοτέλους, το «Αριστοτέλους» στην Τσιμισκή κρατούν ακόμη τον κόσμο τους, ο «Μανδραγόρας» με θέα στη Διαγώνιο έκλεισε λόγω ιδιοκατοίκησης του ιδιοκτήτη του! «Πω-πώ, γλέντια» πού ’λεγε ο Σπαθάρης!
Η αλλαγή είναι στα σοβαρά πρόσωπα, στα αγέλαστα ζευγάρια μιας κάποιας ηλικίας, στις φοιτητικές παρέες που μετρούν κέρματα για έναν καφέ, και στους δρόμους όπου τα αυτοκίνητα λιγόστεψαν και οι θιασώτες του ποδαρόδρομου πολλαπλασιάσθηκαν. Ανάγκα και οι… Θεσσαλονικείς, όπως άλλωστε και οι λοιποί Ελληνες, πείθονται. Πάνε οι λιμουζίνες, τα Καγιέν, δύο αμάξια σε κάθε οικογένεια, τα Σαββατοκύριακα στη Χαλκιδική. Τώρα, τα γειτονικά «Καζίνο» είναι μια άλλη διέξοδος (ποτέ λύση) και οι ωραίες ξανθές, λιγνές παρουσίες με το μίνι και τις ψηλές μπότες ήρθαν και αυτές από τις γειτονικές χώρες, αλλά όχι για διακοπές! «Τι λέει για όλα αυτά… ο Λευκός Πύργος;». Αναπάντητο έμεινε το ερώτημα. Δεσπόζει πάντα της παραλιακής, είναι σαφώς λιγότερο «λευκός» από τότε που τον… έβαψε λευκό ένας κρατούμενος, εξαγοράζοντας έτσι την ελευθερία του, «όταν τον 19ο αιώνα λειτουργούσε ως φυλακή», «“Πύργος του Αίματος” για βαρυποινίτες». Αυτά τα λέει η επιγραφή «λπΘ» που έβαλε το υπουργείο Πολιτισμού, στο οποίο και ανήκει από το 1983. Ακολούθησε η αναστήλωσή του, για την οποία δόθηκε το βραβείο της Europa Nostra το 1988. Από το 1985 λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος, με τη δέουσα προσοχή βέβαια για το σύμβολο της Θεσσαλονίκης που κτίστηκε τον 15ο αιώνα και που τι δεν έχουν δει τα μάτια του από τότε! Αντέχει, κάπως γυρτός με τη γαλανόλευκη στην κορφή του, αόρατη από τον δρόμο!
Στα κρόσσια, στις τέντες της παραλιακής έχουν μείνει τα βλέμματα αυτών που αγάπησαν τη Θεσσαλονίκη, όπως κι εμείς, και πιστεύουμε στις ανοιχτές προοπτικές της. Εξάλλου, «Ταξί, στα Λαδάδικα, παρακαλώ», όπως μας τραγουδά πάντα ο Μητροπάνος: «Πόσα δίνεις, πόσα θες, στα Λαδάδικα πουλάν αυτό που θες», σε ευρώ.

