Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται αυτές τις ημέρες στο επίκεντρο της ειδησεογραφίας. Ο Σεπτέμβριος είναι ο μήνας της ΔΕΘ, αλλά και της μετατόπισης του πολιτικού ενδιαφέροντος. Για λίγα 24ωρα η Θεσσαλονίκη γίνεται πρωτεύουσα των γεγονότων. Δεκαετίες τώρα ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο πόλεις υποθάλπεται από εκπροσώπους της εξουσίας (πολιτικούς και ΜΜΕ) και κατέχει μία από τις πρώτες θέσεις στην ατζέντα του ακροδεξιού λαϊκισμού. Θεσσαλονικείς πολιτικοί που χρεώνουν στο «κράτος των Αθηνών» κάθε κακοδαιμονία και Αθηναίοι πολιτικοί που αδιαφορούν για οτιδήποτε δεν κινείται στην περιφέρεια πρωτευούσης. Η ποδοσφαιροποίηση και της πιο στοιχειώδους σκέψης (αποτελεσματική μέθοδος χειραγώγησης) διοχετεύει τη δυσαρέσκεια στα πιο ταπεινά ένστικτα, αποπροσανατολίζοντας τόσο από την ουσία του προβλήματος όσο και από τη λύση του.
Η αλήθεια είναι ότι και οι δύο πόλεις εντάσσονται στην παθογένεια της ελληνικής επικράτειας. Μπορεί να μη συντονίζονται σε όλους τους τομείς στην ίδια ταχύτητα (επιχειρηματικότητα, δημόσια έργα, υγεία, πολιτισμός) – όχι υποχρεωτικά υπέρ της υδροκέφαλης Αθήνας- αλλά ποιος θα ισχυριζόταν ότι στην τοπική αυτοδιοίκηση, για παράδειγμα, δεν έχουν την ίδια κακοτυχία; Δυο παράλληλες υποψηφιότητες για τις επερχόμενες δημοτικές εκλογές, του Γιώργου Καμίνη και του Γιάννη Μπουτάρη, δίνουν την ευκαιρία για ανατροπή και αλλαγή. Επιτυχή ή όχι, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει. Είναι όμως τυχαίο το γεγονός ότι και οι δύο πόλεις στηρίζουν υποψηφίους που δεν είναι γεννήματα κομματικών μηχανισμών, αλλά δημότες συνειδητοί και δοκιμασμένοι; Που προσπαθούν να συγκροτήσουν έναν λόγο προσωπικό, στοχευμένο και ειλικρινή με όσο το δυνατόν λιγότερες «προεκλογικές δεσμεύσεις»;
Οι παραγωγικές ομάδες και των δύο κοινωνιών δίνουν ένα σαφές και ψύχραιμο μήνυμα. Είτε οφείλεται στην κόπωση του μη περαιτέρω είτε σε δυνάμεις που αποτινάσσουν τη μικροκομματική αγκύλωση και τον εθνικοθρεμμένο τοπικισμό, οι ενδείξεις είναι ελπιδοφόρες. Θεσσαλονικείς που γνωρίζουν πολύ καλά ότι η μακροχρόνια παρουσία των Παπαγεωργόπουλου – Ψωμιάδη έχει εγγραφεί με τον πλέον τραυματικό τρόπο στο σώμα της κοινωνίας και της πόλης. Αθηναίοι εγκλωβισμένοι σε ένα ιστορικό κέντρο το οποίο μόνο σε πρωτεύουσα που υπολογίζει τους κατοίκους της (και την υπολογίζουν) δεν αναλογεί.
Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η κεντρική εξουσία πολιτεύεται επί χρόνια υποβαθμίζοντας την ελληνική περιφέρεια και, εξ αυτής, το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της, τη Θεσσαλονίκη. Ομως, στη σημερινή κρίσιμη και ιστορική καμπή της χώρας, μέσα από τις ετερόκλητες δυνάμεις που εκλύονται, οι δύο πόλεις συναντώνται σε παράλληλες τροχιές. Σχήμα οξύμωρο, αλλά ρεαλιστικό.
Εχουν τη δυναμική να στραφούν προς άλλη κατεύθυνση. Να δοκιμάσουν και να δοκιμαστούν. Να επιλέξουν αν θα παραμείνουν «θύματα» ή θα αναλάβουν το κόστος (που σημαίνει και το ενδεχόμενο λάθος) μιας άλλης προοπτικής. Ενα είναι βέβαιο: οι όποιες λύσεις δεν βρίσκονται ούτε «εκτός Αθηνών» ούτε «εκτός Θεσσαλονίκης».

