Στην εποχή της κρίσης, ο θάνατος έρχεται από την αδράνεια. Αποκαλείται «σενάριο business as usual»: αν δεν αλλάξουμε τίποτα, τότε μπορούμε με κάποια «ασφάλεια» να προβλέψουμε σε πόσους μήνες θα αδυνατούμε να πληρώσουμε συντάξεις, σε πόσα χρόνια θα εκδιωχθούμε από το ευρώ και σε πόσες δεκαετίες θα καταστρέψουμε ολοσχερώς το φυσικό μας περιβάλλον. Το «business as usual» είναι πάντα το απαισιόδοξο σενάριο. Μας υπενθυμίζει ότι, ενώ νομίζουμε πως έχουμε πιάσει πάτο, στο ορατό μέλλον υπάρχει και υπόγειο. Και μας εγγυάται ότι θα «πιάσουμε υπόγειο» εάν συνεχίσουμε ό, τι κάναμε, όπως το κάναμε και με όποιους το κάναμε μέχρι σήμερα. Η αισιόδοξη πλευρά είναι ότι μπορούμε να αλλάξουμε.
Η παρούσα κρίση είναι και κρίση του συγκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης και ανάπτυξης της Ελλάδας. Η αποτυχία του αποτυπώνεται στο ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού (43%) που ζει στην πρωτεύουσα. Από όλα τα κράτη με περισσότερους από 5 εκατ. κατοίκους, μόνο στη Ν. Κορέα (όπου το 48% του πληθυσμού ζει στη Σεούλ) είναι πιο έντονο το φαινόμενο. Εν αντιθέσει με τη Σεούλ που φιλοξενεί τη βαριά βιομηχανία της ένατης εξαγωγικής οικονομίας στον κόσμο, στο Λεκανοπέδιο ενδημεί μόνο η προσδοκία της απασχόλησης σε μία κρατικοδίαιτη οικονομία υπηρεσιών.
Εχοντας, στο πρόσφατο παρελθόν τους, δει πολλά τρένα να περνούν και να φεύγουν, η Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία βρίσκονται και πάλι αντιμέτωπες με μία ιστορική ευκαιρία. Για την ακρίβεια, μια τριπλή ευκαιρία. Η πρώτη έρχεται από την ίδια την κρίση. Το αξίωμα της εποχής «μη σπαταλάς την ευκαιρία που σου προσφέρει μια κρίση» περιέχει στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης την υπόσχεση μιας απότομης ρήξης με τις πρακτικές και τις νοοτροπίες του παρελθόντος. Οταν το κατά κεφαλήν παραγόμενο προϊόν της Κεντρικής Μακεδονίας είναι στο 56% του αντίστοιχου της Αττικής, η ανεπάρκεια του επιτελικού αναδιανεμητικού ρόλου του κεντρικού κράτους είναι προφανής. Μοιραία, λόγω κρίσης, θα περιοριστεί ακόμη περισσότερο, στα απολύτως αναγκαία, όπως η άμεση αναβάθμιση των υποδομών του λιμανιού της Θεσσαλονίκης (όπου το 2009, η διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων έπεσε στα επίπεδα του 2003). Ακόμα και αν ίσχυε ότι «για όλα φταίει η Αθήνα», οι Μακεδόνες είναι αναγκασμένοι σήμερα να ανασυνταχθούν, να στηριχθούν στις δικές τους δυνάμεις, στα δικά τους κεφάλαια και στο δικό τους τεχνοκρατικό προσωπικό ώστε να δώσουν λύσεις εκεί που οι κεντρικοί μηχανισμοί αδυνατούν. Εχουν, όμως, και τη δυνατότητα να συνεχίσουν «business as usual». Είναι ζήτημα επιλογής.
Η δεύτερη ευκαιρία αφορά το νέο εργαλείο οργάνωσης των τοπικών κοινωνιών που προσφέρει το σχέδιο «Καλλικράτης». Δυστυχώς η όποια συζήτηση εξαντλήθηκε στα όρια και τις έδρες των νέων δήμων και ως συνήθως η ουσία παραβλέφθηκε. Αντιστοιχούν οι «ίδιοι πόροι» στις νέες αρμοδιότητες των τοπικών κυβερνήσεων; Ποια είναι η σκοπιμότητα της ανάδειξης ενός εκλεγμένου περιφερειάρχη-τελετάρχη με ενισχυμένη λαϊκή νομιμοποίηση, αλλά χωρίς ισχυρές δικλίδες εξισορρόπησης των εξουσιών του; Είναι ωφέλιμη η αναγωγή στο επίπεδο της περιφέρειας του ίδιου εκλογικού συστήματος που έδινε μέχρι σήμερα πλειοψηφία 3/5 (επί των εδρών του δημοτικού ή νομαρχιακού συμβουλίου) στον συνδυασμό που θα εξασφάλιζε 50% συν μία ψήφο στον δεύτερο γύρο των εκλογών; Θα μπορούσαν, μέσα από ένα αναλογικότερο εκλογικό σύστημα, να υποχρεωθούν οι τοπικές παρατάξεις να συνεργαστούν μεταξύ τους ώστε να ξεπεράσουμε κάποτε το μεταπολιτευτικό δίπολο «αυτοδυναμία – αντιπολίτευση»; Πώς αλλιώς θα αποκτήσει πολιτική φωνή η κοινωνία των πολιτών; Πώς θα μπορούσε το 17% που πήρε το 2006 ο ανεξάρτητος, βγαλμένος από μια κοινωνία πολιτών, συνδυασμός του Γιάννη Μπουτάρη να επηρεάσει και να εμπλουτίσει την αμφισβητούμενη αυθεντία των κομματικών επιλογών; Είναι και εδώ ζήτημα επιλογής. «Business as usual», πάντως, θα ήταν μάλλον η προσαρμογή του νέου αυτοδιοικητικού χάρτη στις ανάγκες του υφιστάμενου πολιτικού προσωπικού και των παγιωμένων πελατειακών σχέσεων.
Η τρίτη ευκαιρία που δίδεται στη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία συνδέεται με την ιστορική επέτειο των 100 χρόνων από την ενσωμάτωσή τους στον «εθνικό κορμό». Η «business as usual» εκδοχή είναι να εορταστεί το 2012 ως ένα γεγονός αποκλειστικά εθνικής σημασίας, ένας διάλογος Θεσσαλονίκης – Αθήνας που θα εκτονωθεί με τη συμβολική κατάκτηση του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου από κάποια ομάδα του Βορρά. Η άλλη επιλογή είναι το 2012 να αποτελέσει την αφορμή για μία πιο εξωστρεφή διεργασία που θα περιλαμβάνει και τους γείτονες (συμμάχους και αντιπάλους του 1912-13) και θα αναδεικνύει την περιφερειακή και ευρωπαϊκή διάσταση της επετείου. Αλλη ευκαιρία σαν το 2012 δεν πρόκειται να δοθεί στην Ελλάδα για να προβάλει τη «μακεδονικότητά» της. Αλλά είναι και αυτό θέμα επιλογής.

