Η Σμύρνη του πατέρα μου και το Τεφτέρι της επιστροφής

Η Σμύρνη του πατέρα μου και το Τεφτέρι της επιστροφής

4' 27" χρόνος ανάγνωσης

«Και τώρα στη δύση του βίου μου, τώρα που λιγόστεψε η όρασή μου και οι δυνάμεις μου και δεν μπορώ πλέον εύκολα ούτε να γράψω ούτε να διαβάσω, καθισμένος απέναντι στο μαγνητόφωνο και κλείνοντας τα μάτια, κάνω μαζί σας ένα σεργιάνι. Προσπαθώ με τα μάτια της ψυχής πλέον να αναπολήσω τις ομορφιές και τις χάρες της αγαπημένης πατρίδος, της γαλανόλευκης Σμύρνης, της πεντακάθαρης Σμύρνης, της Σμύρνης της χαράς και της εργασίας, της Σμύρνης της προκοπής, της Σμύρνης που όταν έβγαινες το βραδάκι και χωρίς να είσαι υποχρεωμένος να ξοδέψεις, παρακολουθώντας το σωστό κομπολόι από ορχήστρες που υπήρχαν από τη μια άκρη της προκυμαίας, από του «Κράμερ», ώς την άλλη, όπου ήτο το «Καφέ Κόρσο», άκουγες μουσικές και τραγούδια, ανέπνεες τη χαρά που υπήρχε…».

Αυτά γράφει στο τρίτο βιβλίο του «Η Σμύρνη των Σμυρνιών» ο σεβαστός, ο αγαπημένος μου πατέρας, Γιώργος Θ. Κατραμόπουλος, που έκλεισε στα βιβλία του, «Πώς να σε ξεχάσω Σμύρνη αγαπημένη», το πρώτο του, μαρτυρία της Καταστροφής που τον βρήκε στα 17 του χρόνια και τον έστειλε πρόσφυγα στη Θεσσαλονίκη πρώτα, στην Αθήνα μετά, όπου έσφιξε την ψυχή του, «πήρε τη ζωή του σωστά και δεν άλλαξε ζωή», έμεινε Σμυρνιός, έφτιαξε δική του οικογένεια, αγωνίστηκε, δημιουργήθηκε και έφυγε 100 ετών, πλήρης ημερών και ανομολόγητης νοσταλγίας για τη Σμύρνη του. Αυτή που διηγήθηκε, αφήνοντάς την στο δεύτερο βιβλίο του «Ενας Αιώνας, δυο πατρίδες» και που ξαναβρήκε, κλείνοντας μαζί με το τρίτο του βιβλίο, «Η Σμύρνη των Σμυρνιών», οριστικά τον κύκλο της ζωής του. Από τις εκδόσεις «Ωκεανίδα» της Λουίζας Ζαούση η τριλογία που τον έκανε στην ένατη δεκαετία της ζωής του συγγραφέα – «όχι, Σμυρναιογράφο», διόρθωνε.

Εγραψε και τα τρία βιβλία του για την πρώτη του αγάπη, που τον πήρανε βίαια από την αγκαλιά της, που τη γύρεψε, επέστρεψε να τη βρει, αλλά μόνο στις αναμνήσεις του, ολοζώντανες, με όλες τις αισθήσεις τεταμένες, την ξαναβρήκε τη Σμύρνη, που ποτέ δεν αποχαιρέτισε. Στη «Σμύρνη των Σμυρνιών» αντίθετα την ξαναανασταίνει. «Δεν είναι μια πόλη-φάντασμα, ένα επετειακό μνημείο -εξηγεί- αλλά η ζωντανή πολιτεία των παιδικών και νεανικών χρόνων, με την οικογενειακή θαλπωρή, τις εικόνες της αστικής ζωής, σελίδες με ονόματα, επαγγέλματα, δρόμους, συνοικίες που η μνήμη του συγκράτησε, στιγμή δεν θόλωσε, αυτός ήταν ο θησαυρός του, εκεί επέστρεφε, στις μουσικές που μας φέρνει ο μπάτης…

Δεν έπαψε ποτέ να μας μιλάει γι’ αυτή στα οικογενειακά τραπέζια, πρώτα η γεύση, μετά το κόκκινο κρασί, τα δικά του πρόσωπα ολόγυρα, μας έπαιρνε μαζί του, στο αμάξι της διήγησής τους, σε ένα σεργιάνι που τέλειωσε μαζί του. Και ποτέ, μα ποτέ δεν μας είπε, του αδελφού μου κι εμένα, να πάμε εκεί, να δούμε τι απέμεινε από τη Σμύρνη που εκείνος γνώρισε και μας ταξίδεψε κι εμάς. Τρία βιβλία και μια ταφόπετρα από μάρμαρο Πεντέλης με τα ονόματα της οικογένειάς του που ήρθαν πρόσφυγες, έμειναν άρχοντες και δεν λύγισαν, δεν «ραγιάδεψαν», έμειναν Σμυρνιοί και στη νέα πατρίδα, την ελληνική, που και αυτή πολύ την πόνεσαν. Αλλά άλλο αγάπη και άλλο συγκατάβαση. Η σύγκριση πάντα υπήρχε και πέρασε και στα παιδιά του, που δηλώνουν Σμυρνιοί, γεννημένοι στις όχθες του Ιλισού. Τώρα πάει, χάθηκε κι αυτός και άλλα ονόματα στην πλάκα πονάνε. «Εχεις υποχρέωση, παππού, να καταθέσεις τη μαρτυρία σου για όλα όσα έζησες. Γράψ’ το, κι εγώ όταν γίνω καλά, θα στο γυρίσω το βιβλίο σου ταινία», του είχε πει ο Αλέξης, ο πρώτος εγγονός. Ηξερε ότι δεν θα γινόταν ποτέ καλά ο εγγονός, αλλά το ‘γραψε το βιβλίο, για κουράγιο και μετά το δεύτερο και το τρίτο, όταν πια είχε φύγει ο «θέτων σκηνάς», όπως είχε εξηγήσει ο μοναχός Αγιος Παΐσιος το επάγγελμα του σκηνοθέτη στον νεαρό επισκέπτη στο κελί του, στο Αγιον Ορος. Εμειναν πίσω τα βιβλία και οι φωτογραφίες που γλίτωσαν από τη φωτιά του 1922. Και η Σμύρνη του πατέρα μου μού γνέφει πάντα, όμορφη, με μεγάλα ανατολίτικα μάτια, πλούσιες καμπύλες, μέση δαχτυλίδι, άφθονα κυματιστά μαλλιά, μακριά ώς τη μέση. Ισως έτσι έπρεπε να μείνει, αλλά στο στερνό βιβλίο του έγραψε εκείνο το «Πατρίδα μου ζεις, όσο σε θυμόμαστε».

Και να που το αποφάσισα, στο δικό μου ηλιοβασίλεμα, να πάω εκεί, μαζί με άλλους Σμυρνιούς, να δούμε, να ακούσουμε αν όχι τις μουσικές από τη μια άκρη του «Και» στην άλλη, αλλά να αξιωθούμε να μας δροσίσει ο μπάτης το μέτωπο. Αυτός πρέπει να ‘ναι ακόμη εκεί. Και να μας περιμένει. Θα έχουμε πολλά να πούμε, από σημειώσεις στο δύσκολο, δυσκολότατο «Τεφτέρι της επιστροφής»…

Στην αγαπημένη πόλη, που δεν πρόλαβα να χαρώ…

«Οταν ήταν καλοκαίρι και περπατούσες στις γειτονιές της Σμύρνης, απ’ τα ανοικτά παράθυρα των περισσότερων σπιτιών θ’ άκουγες τις κοπέλες του σπιτιού να παίζουν πιάνο, διότι ήτο αδιανόητο μια κοπέλα που ζούσε στη Σμύρνη να μην έχει πιάνο. Τα περισσότερα αστικά σπίτια ήσαν εφοδιασμένα και με την ευκαιρία αυτή γίνονταν συγκεντρώσεις και τον χειμώνα βεγγέρες όπου άκουγες τραγούδια και χαρές.

Και μέσα στην πόλη, στην αστική πόλη της Σμύρνης, υπήρχαν ατελείωτα κέντρα με μουσικές, τόσο με παραδοσιακά όργανα, όσο και με άλλα.

Και αυτή την αγαπημένη πόλη δεν πρόλαβα να τη χαρώ, διότι η Καταστροφή με βρήκε στην αρχή της εφηβείας. Και τώρα που είμαστε στην αρχή της τρίτης μ.Χ. χιλιετίας και λογικώς φεύγουμε σιγά σιγά και όλοι εμείς, οι οποίοι -χάρη στην ευλογία του Θεού- επιζήσαμε μέχρι σήμερα, προσπαθώ όσο μπορώ να αποτυπώσω και να υπαγορεύσω ό,τι θυμάμαι από αυτή την αγάπη – ίσως κάποτε χρειαστεί να τη μάθουν οι απόγονοί μας…».

«Η Σμύρνη των Σμυρνιών», εκδ. Ωκεανίδα, Γιωργος Θ. Κατραμοπουλος

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT