Την Πρωτοχρονιά του 2006, η Ρωσία ανέλαβε την προεδρία του G8. Με τον ισχυρό συμβολισμό της, η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί τη σταδιακή κατάκτηση της πραγματικής ισοτιμίας της Ρωσίας στο πλαίσιο των οκτώ ισχυρότερων βιομηχανικών κρατών του πλανήτη, όπου μέχρι χθες ήταν φτωχός συγγενής – μια «Ανω Βόλτα οπλισμένη με διηπειρωτικούς πυραύλους», κατά τον αφορισμό του Χέλμουτ Σμιτ. Με ετήσια οικονομική ανάπτυξη της τάξης του 6%, η χώρα που διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα φυσικού αερίου στον κόσμο και βρίσκεται πρακτικά στο ίδιο επίπεδο με την Σαουδική Αραβία ως προς τα αποθέματα πετρελαίου, έχει εξέλθει, πλέον, από το χάος της εποχής Γέλτσιν και εννοεί να γίνει σεβαστή ως «φυσιολογική», διεθνής δύναμη.
Η ανάκαμψη της αχανούς ευρασιατικής χώρας ενεργοποιεί τα παραδοσιακά, ρωσοφοβικά αντανακλαστικά. Οι λίβελλοι εναντίον του Βλαντιμίρ Πούτιν, με τους οποίους έκαναν «ποδαρικό» στο 2006 πολλές εφημερίδες ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού, δεν διακρίνονται, ωστόσο, για τη λογική τους συνέπεια. Χαρακτηρίζουν «πολιτικό εκβιασμό» την αύξηση της τιμής πώλησης του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ουκρανία, τη στιγμή που ο Πούτιν απλώς αναπροσάρμοσε τα τιμολόγια σύμφωνα με τους «νόμους της αγοράς», που τόσο η ουκρανική κυβέρνηση όσο και οι δυτικοί σύμμαχοί της εκθειάζουν. Με ποια λογική θα έπρεπε το Κρεμλίνο να πουλάει φυσικό αέριο σε εξωφρενικά χαμηλά τιμές, συνεχίζοντας την «αλληλεγγύη των αδελφών (πρώην σοβιετικών) Δημοκρατιών», όταν η ουκρανική κυβέρνηση ετοιμάζεται να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ και να εγκαταστήσει βάσεις που θα κατασκοπεύουν τη Ρωσία;
Οι επικριτές του Πούτιν έχουν ασφαλώς δίκιο όταν κάνουν λόγο για προσπάθεια μονοπωλιακού ελέγχου των μέσων ενημέρωσης. Αλλά είναι συζητήσιμο αν το φαινόμενο αυτό έχει μεγαλύτερη έκταση στη Ρωσία του Πούτιν ή στην Ιταλία του Μπερλουσκόνι. Εχουν επίσης δίκιο όταν στηλιτεύουν την «ανελέητη» πολιτική του στην Τσετσενία. Αλλά καμμία δημοκρατική, ευρωπαϊκή χώρα με εθνοτικά προβλήματα δεν έδειξε μεγαλύτερη «ευαισθησία» και δεν επέτρεψε ανάμιξη τρίτων σε ανάλογες περιπτώσεις.
Ανεξάρτητα από τις αυταρχικές τάσεις του Κρεμλίνου, η ανάκαμψη της Ρωσίας προσφέρει στην Ευρώπη την ιστορική δυνατότητα να μειώσει την ενεργειακή της εξάρτηση από τη Μέση Ανατολή (και, εμμέσως, από τις ΗΠΑ). Παράλληλα, γεννάει ελπίδες για τη δημιουργία πολιτικών και διπλωματικών αντίβαρων στη διεθνή σκηνή επ’ ωφελεία των λαών που αγωνίζονται για την εξασφάλιση των καλώς νοούμενων εθνικών τους δικαίων. Η θετική, ρωσική παρέμβαση στο Κυπριακό και ο ρόλος που μπορεί να παίξει η Ρωσία σε μια περίοδο κρίσιμων εξελίξεων στα Δυτικά Βαλκάνια είναι παράγοντες που δεν μπορούν να υποτιμηθούν από την ελληνική εξωτερική πολιτική.

