Επιστροφή «στη Σμύρνη, στην πόλη της χαράς και της εργασίας»…

Επιστροφή «στη Σμύρνη, στην πόλη της χαράς και της εργασίας»…

2' 30" χρόνος ανάγνωσης

«Στη Σμύρνη, στην ωραία πόλη της χαράς και της εργασίας (διότι στη Σμύρνη, για να είσαι φτωχός έπρεπε να είσαι τεμπέλης), υπήρχε δουλειά για όλους. Οπως μου είπε η μητέρα μου (γιατί ο πατέρας μου πέθανε το 1913 από τυφοειδή πυρετό όταν εγώ ήμουν 9 ετών), επειδή οι περισσότερες δουλειές και τα περισσότερα δώρα γίνονταν τον Δεκέμβρη και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, και όχι των Χριστουγέννων, όπως τώρα που φραγκέψαμε, ο πατέρας μου κοιμόταν στο μαγαζί, στο χρυσοχοείο «Αφοι Κατραμόπουλοι» στην Ευρωπαϊκή Οδό, κοινώς Φραγκομαχαλά, δουλεύοντας είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο. Επαιρνε το στρώμα του και το πάπλωμά του και κοιμόταν σε έναν καναπέ του μαγαζιού. Μόνο κάθε Σάββατο, τις γιορτές, πήγαινε σπίτι για να πλυθεί, να αλλάξει ρούχα, και αυτό διότι είχε μεγάλη οικογένεια και ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει περισσότερα λόγω των περισσοτέρων εξόδων που είχε, από τον αδελφό του, και ιδρυτή της φίρμας, τον Παναγιώτη Κατραμόπουλο. Αν και είχε παντρευτεί δύο φορές ο θείος Παναγιώτης δεν έκανε παιδιά, αλλά είχε εμάς για παιδιά του και μετά τον θάνατο του πατέρα μου μέναμε όλοι μαζί. Τα δύο τρία τελευταία χρόνια προ της Καταστροφής ήσαν πολύ στη μόδα στη Σμύρνη τα βραχιόλια. Οι σαλίγκαροι, τα τσατιά κ.λπ. Αυτά όλα γίνονταν από χρυσό 22 καρατίων. Δηλαδή λιώνανε απευθείας ή αγγλικές λίρες ή τουρκικές λίρες ή εικοσόφραγκα και έτσι εγίνοντο αυτά τα ωραία σμυρναίικα βραχιόλια. Αυτή η μόδα ήταν και ένα είδος σωτηρίας για τη μετέπειτα προσφυγιά… Το «τι είδαμε και το τι χάσαμε» είναι βέβαιο. Διότι, όπως είπα, είχαμε το βιος μας, είχαμε το σπιτικό μας, είχαμε τη δουλειά μας, είχαμε την προκοπή μας, και όλα αυτά χαθήκανε σε μια ώρα μέσα, σε μια κακιά στιγμή. Αυτά τα λίγα είχα να πω, για να μάθουν τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου λίγα πράγματα από την καημένη μας πατρίδα, από τις ρίζες μας. «Πατρίδα ζεις, όσο σε θυμόμαστε»»… Θαρρώ ότι τον ακούω να «γράφει» τις αναμνήσεις του, μιλώντας στο μικρό κασετόφωνο, στο σπίτι του, όπου έμεινε, νοικοκύρης, αυτάρκης, γλυκομίλητος ώς το τέλος μιας ζωής που κράτησε 100 χρόνια, έναν ολόκληρο αιώνα – και τι αιώνα! Πόλεμοι, εμφύλιοι, οράματα για «Μεγάλη Ελλάδα» και μετά η Καταστροφή του 1922, η προσφυγιά, το ξεκίνημα από την αρχή. «Πώς να σε ξεχάσω Σμύρνη αγαπημένη» το πρώτο του βιβλίο, το 1994 από την «Ωκεανίδα» της Λουΐζας Ζαούση που πίστεψε στη δύναμη της απλής αυθεντικής αφήγησης και δικαιώθηκε, 9 εκδόσεις έκανε το πρώτο και ακολούθησε το δεύτερο «Ενας αιώνας, δύο πατρίδες» το 1995, και το τρίτο «H Σμύρνη των Σμυρνιών» το 2002. Ολα τα βιβλία, βραβευμένα από την Ακαδημία Αθηνών, παρουσιάστηκαν μήνα Δεκέμβρη για να μπορούν τα παιδιά και τα εγγόνια των προσφύγων να κάνουν δώρο στους δικούς τους. Ενας χρόνος πέρασε αφότου έφυγε, ο Γ. Θ. Κατραμόπουλος, «ο πατέρας όλων των Σμυρνιών», όπως του άρεσε να αποκαλεί τον εαυτό του. Ετσι θα ήθελε να τον θυμόμαστε -με τη χαρά της εργασίας, με τα χρυσά βραχιόλια της προκοπής- «και η μόρφωση, το πτυχίο είναι «βραχιόλι» για τα κορίτσια», έλεγε. Και τα βιβλία «βραχιόλια» για την πατρίδα – ανάμνηση λάμπουν πάντα…

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT