H επίσκεψη του κ. K. Καραμανλή στη Ρωσία μπορεί από πρώτη ματιά να φαίνεται ελάσσονος ενδιαφέροντος ως προς τα φλέγοντα ζητήματα που απασχολούν σήμερα την ελληνική εξωτερική πολιτική. Αρκεί, όμως, να αποστρέψει κανείς το βλέμμα από την άμεση επικαιρότητα και να αποβλέψει στους ευρύτερους συσχετισμούς που προσδιορίζουν το διεθνές «σήμερα», για να αντιληφθεί ότι η επίσκεψη είχε καίρια σημασία για τις εξωτερικές σχέσεις της χώρας μας – και ότι οι συνομιλίες του Ελληνα πρωθυπουργού με τον πρόεδρο της Ρωσικής Ομοσπονδίας κ. Βλ. Πούτιν μπορεί να αποτελέσουν αφετηρία συνεργασίας με ζωτικό ενδιαφέρον για την πατρίδα μας.
Η Ρωσία, ας μη το ξεχνούμε, μπορεί να αναζητεί ακόμη τον ρόλο και τη θέση που της αρμόζουν στη διεθνή σκηνή, μπορεί να μην έχει ακόμη χαράξει την οριστική μετασοβιετική της πορεία, παραμένει όμως υπερδύναμη από κάθε άποψη – πλουτοπαραγωγική, επιστημονική, αμυντική και πληθυσμιακή. Παρά τα προβλήματα που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει, η ισχύς της είναι τόση, ώστε πολλοί από τους «ευρωπαϊστές» της E.E. να εκτιμούν τη συνεργασία με τη Μόσχα ως αναγκαία για να γίνει η Ευρώπη ανεξάρτητος πολιτικός πόλος, καθώς μάλιστα κάτι τέτοιο δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς υψηλές αμυντικές δυνατότητες, που η Ρωσία ήδη διαθέτει.
Μέσα σε αυτήν την ευρωπαϊκή συλλογιστική, η Ελλάδα έχει πρόσθετους, ειδικούς λόγους να επιδιώκει στενές σχέσεις με τη Ρωσία, είτε αναφέρεται κανείς στην οικονομία και τον τουρισμό, όπου το ρωσικό μέγεθος αρκεί να καταδείξει πόσο μεγάλες είναι οι προοπτικές, είτε στις πολιτικές ισορροπίες στη Βαλκανική, όπου η Μόσχα μπορεί να λειτουργήσει ως φωνή λογικής. Στον σημερινό κόσμο, όπου ο διπολισμός έχει δώσει τη θέση του σε μία υπερδύναμη και πολλά επάλληλα κέντρα ισχύος, έχουν εκλείψει οι λόγοι που οριοθετούσαν -και ανέστελλαν- τις ελληνικές σχέσεις με τη Μόσχα, ώστε η συνεργασία μπορεί όχι μόνον να επιδιωχθεί πολιτικά, αλλά και να στηριχθεί στους ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς μεταξύ των δύο χωρών και των λαών τους.
Η ατμόσφαιρα των συνομιλιών του Ρώσου προέδρου με τον Ελληνα πρωθυπουργό, θερμή και ενθαρρυντική, δείχνει ότι υπάρχει το έδαφος για την εμβάθυνση της συνεργασίας, αλλά και ότι διαλύθηκαν τα όποια «συννεφάκια» παρεξηγήσεων, που επιδιώχθηκε από ορισμένες πλευρές να δημιουργηθούν με αφορμή εσωτερικές έρευνες της Αθήνας για τα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα. H χώρα μας έχει ανάγκη από κάθε συνεργασία με σημαντικούς διεθνείς εταίρους και με τη Ρωσία έχει πλέον τη δυνατότητα να αναζητήσει προσέγγιση και στήριξη, χωρίς να αθετεί καμία από τις δεσμεύσεις της Ελλάδας έναντι των σημερινών εταίρων και συμμάχων της.

