Ενας Πλάτων στη μετασοβιετική Ρωσία

8' 53" χρόνος ανάγνωσης

Σε ποιο βαθμό θα μπορούσε κανείς σήμερα να διακρίνει μια οικειότητα ως προς τον Πλάτωνα σ’ ένα ρωσικό πανεπιστήμιο του Βορρά, στο Τμήμα αίφνης Νεοελληνικών και Βυζαντινών Σπουδών στην Αγία Πετρούπολη; Για τους αποκλεισμένους από τα πεδία της μεταφυσικής σκέψης επί δεκαετίες Ρώσους αποτελεί μια καινούργια αφετηρία για στοχασμό; Τους είναι ξένος ο Πλάτων;

Πρόκειται για ένα σεμινάριο δεκαπέντε μαθημάτων πάνω στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα στους τριτοετείς φοιτητές του τμήματος, καθώς και στους τελειόφοιτους σε συνοπτικά μαθήματα.

Το «Συμπόσιο» δεν βρήκε εμπόδια, έστω γλωσσικά, εννοιολογικά, ιστορικά, δομικά, εφόσον είχε διδαχθεί από πριν σε συνεννόηση μαζί μας στο πρωτότυπο από την αρμόδια καθηγήτρια των Αρχαίων Ελληνικών δρα Βάντα Καζάνσκενε? αλλά ούτε εμπόδια μεταφυσικής ανίχνευσης, μια κι ένας απρόοπτος βοηθός, για μένα τουλάχιστον, κυκλοφορώντας πια ελεύθερος στη Ρωσία, και φυσικά στο πνεύμα των φοιτητών, ήρθε να συνδράμει στα δύσκολα: ο Ντοστογιέφσκι! Το πώς, θα φανεί σε λίγο.

Λίγα για το «Συμπόσιο»

Για να μπω στο θέμα, ας θυμίσω λίγα πράγματα σχετικά με το «Συμπόσιο». Το έργο συγκροτείται από τις τοποθετήσεις περί Ερωτος υπαρκτών προσώπων της αθηναϊκής διανόησης του Χρυσού Αιώνα, από τα ιντερμέτζα – διαλόγους, σχεδόν προφορικούς, που ελαφρώνουν την ατμόσφαιρα στο ύφος ενός συμποσίου, από τον λόγο του Σωκράτη, που κατ’ ουσίαν είναι η αναμετάδοση της διαλεκτικής μυσταγωγίας του από τη Διοτίμα και τέλος, από την εισβολή στο συμπόσιο του εκρηκτικού μεθυσμένου Αλκιβιάδη, μαθητού ον περισσότερον ηγάπησε ο Σωκράτης.

Η Διοτίμα δεν έχει να δώσει χαρακτηρισμούς, πληροφορίες, έννοιες γύρω από τον Ερωτα. Με τον λόγο της εισάγει τον Σωκράτη στη μυσταγωγία του Ερωτα. H γλώσσα της είναι χρησμολογική, που ο Σωκράτης δυσκολεύεται να κατανοήσει αμέσως. Απορεί, πέφτει από έκπληξη σε έκπληξη. H μύηση -στο καθαρά επιστημονικό αυτό μέρος της πλατωνικής φιλοσοφίας- γίνεται προοδευτικά με τις εικόνες των αναβαθμών. H ευδαιμονία του ανθρώπου, που με τον λόγο τους ο Αριστοφάνης, καθώς και ο ορθολογιστής Παυσανίας όρισαν ως τελική αξία, για τη Διοτίμα είναι απλός αναβαθμός. Το θείον παραμένει αναλλοίωτο, αιώνιο, απόλυτο. H ανθρώπινη φύση, αντίθετα, υπόκειται σε συνεχή αλλαγή. Αλλά με αυτήν ακριβώς την αδιάκοπη φθορά και γέννηση παίρνει μέρος η θνητή ύπαρξή μας στην αθανασία? «αθανασίας γαρ χάριν παντί αύτη η σπουδή και ο Ερως έπεται».

Η λογοτεχνική διάρθρωση του «Συμποσίου» παρουσιάζει τέλεια σκηνοθετική τέχνη, με όλα τα στοιχεία μιας δραματουργικής φόρμας, πρόσωπα, χώρο, χρόνο, διάλογο, ενδιάμεσα επεισόδια, εξωτερικό αίτιο -το επινίκιο γλέντι του Αγάθωνα- εσωτερικό θέμα: ο Ερως ως ύψιστος της ψυχής παιδαγωγός που οδηγεί προς το θείον κάλλος, τον κόσμο των Πλατωνικών Ιδεών.

Ως εδώ το σεμινάριο το κατηύθυνε ο λόγος του Πλάτωνα και στην αρχαία μα και στη νεότερη γλώσσα του Συκουτρή. Δεν χρειάζεται κόπος για να διαπιστώσει κανείς ότι πρόκειται για ένα κλειστό φιλοσοφικό σύστημα, ολοκληρωμένο, με αρχή και τέλος, σχεδόν σαν θρησκεία, που αποσκοπεί στην υπερβατική θέαση? κατανοητό, όπως πεντακάθαρα το δίνει ο Πλάτων, ανακουφιστικό για τον πολύ κόσμο, όπως το δίνουν οι θρησκείες. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στις συζητήσεις που προέκυψαν μέσα στην πανεπιστημιακή αίθουσα, αλλά και σαν συνέχεια στο Ελληνορωσικό Πολιτιστικό Κέντρο, δύο βήματα παρακάτω -που πολλά οφείλει σ’ αυτήν εδώ τη σελίδα της «Καθημερινής»- συζητήσεις κυρίως με την πρόεδρο του Τμήματος Νεοελληνικών Σπουδών δρα Φατίμα Ελόεβα:

Τι είναι ο Πλατωνικός Ερως για τη νεότερη ευρωπαϊκή σκέψη; O Montaigne (16ος αιών.) στα Δοκίμιά του οδηγείται προς το θείον κάλλον και την ηθική εξύψωση, όχι μέσω του Ερωτος αλλά μέσω της Φιλίας. «H κοινωνικότητα» λέει, «ως ακρότατο σημείο της τελειότητάς της έχει τη Φιλία». O Νίτσε, πιστός στη θεωρία του Υπερανθρώπου, προχωρεί ολομόναχος προς το κορυφαίο κάλλος: «κι ένας μόνο είναι πάντα πάρα πολύς γύρω μου». O Σοπενχάουερ απομυθοποιεί κάθε υπερβατική – ηθική υπόσταση του Ερωτα. O άνθρωπος απλώς είναι υποχείριος στο «δαιμόνιο του Είδους». Από την πλευρά του Υπαρξισμού ο Δανός φιλόσοφος Κίργκεγκορ ακολουθώντας κατά βήμα τον Πλάτωνα, τη μυσταγωγία δηλ. των διαδοχικών σταδίων, τον κόσμο των ιδεών -που εδώ είναι ο ιδεατός κόσμος της χριστιανικής θρησκείας- τον πόθο της αθανασίας και θέωσης, το πλατωνικό «εξαίφνης» που στον Κίργκεγκορ δηλώνεται με τη «Στιγμή», στο ζήτημα του Ερωτος καινοτομεί απολύτως. Δέχεται την υπερβατικότητα του Ερωτα, αλλά τον Ερωτα τον θέλει «εν αγωνία». H προσωπική Υπαρξη αποτελεί εμπειρία μοναδική και ανεπανάληπτη. H Σκέψη όμως δεν μπορεί να φτάσει την Υπαρξη. Αντίθετα, «η Αγωνία», η βαθιά συναίσθηση δηλαδή που έχει ο άνθρωπος για τον τραγικό χαρακτήρα της Υπαρξής του, είναι συγχρόνως και η λύτρωσή του, γιατί αποτελεί, όπως στον Πλάτωνα ο Ερως, παιδαγωγό αξία. H Υπαρξη πρέπει να βρίσκεται συνεχώς σε κατάσταση επίπονης εγρήγορσης και θέωσης, ώστε να προσεγγίσει κάποτε την αιώνια δικαίωση? «τότε μόνον είναι ήσυχος κανείς, όταν μπορεί σαν μια αλκυών να κτίζει τη φωλιά του στο νερό».

Ο Ντοστογιέφσκι

Η μια συζήτηση έφερνε την άλλη μέσα στην αίθουσα. Αλλά, αλήθεια, ποιος περισσότερο κρατάει τους ήρωές του σε ασθματικότερη εγρήγορση και αγωνία από τον Ντοστογιέφσκι; Και γιατί; Μπορεί τα στόρι του να έχουν πλοκή σχεδόν αστυνομικού θρίλερ, αλλά στόχος του ποιος είναι; Να βρεθεί ο δολοφόνος; Ομολογώ πως στις τόσες φορές που μελέτησα ως τώρα το «Συμπόσιο» ουδέποτε σκέφτηκα να κάνω την παραμικρή σύγκριση με τον Ντοστογιέφσκι. Οι παρακάτω σκέψεις είναι καθαρό γέννημα της πόλης του, της Αγίας Πετρούπολης, και φυσικά των τωρινών νεαρών συμπολιτών του. Οπως ο Πλάτων στις τοποθετήσεις του περί Ερωτος στο «Συμπόσιο» εξαντλεί όλο το ορθολογικό οπλοστάσιο της εποχής του χρησιμοποιώντας και το ανάλογο λεξιλόγιο, το ίδιο και ο Ντοστογιέφσκι χρησιμοποιεί την εκκλησιαστική ορολογία, τη γραφειοκρατική γλώσσα, την αργκό, κλασικά μοτίβα, προκειμένου να μπάσει μέσα στα μυθιστορήματά του όλες τις κοινωνικές τάξεις και όλα τα ιδεολογικά ρεύματα της εποχής του, τόσο πειστικά ώστε να κατατάσσεται στους κορυφαίους ρεαλιστές του 19ου αιώνα.

Ωστόσο, ο I. Μπρόντσκι (ποιητής – δοκιμιογράφος, βραβείο Νόμπελ 1987) παρατηρεί πως τη γλώσσα ο Ντοστογιέφσκι την μεταχειρίζεται όχι, τελικά, ως μιμητής της ζωής αλλά ως προφήτης της Π. Διαθήκης ή εμπνευσμένος ποιητής, ζητάει δηλαδή απόλυτη προσήλωση, δέος πιστού – μέθεξη ζητάει η Διοτίμα από τον Σωκράτη. H αρχαία ελληνική γλώσσα και η ρωσική, κλιτές γλώσσες -πάντοτε κατά τον Μπρόντσκι- είναι το πιο αποτελεσματικό όπλο για την υπέρβαση, το ξεστράτισμα δηλαδή από τον συνετό ορθολογισμό, αγγίζουν με την εντατικοποίηση των ρυθμών τους την απεραντοσύνη της ανθρώπινης ψυχής, η πραγματικότητα μέσω αυτών των γλωσσών φτάνει όχι απλώς να καταγράφεται αλλά να πραγματώνεται τη στιγμή που γράφεται.

Μέσο για να κρατηθεί η ύπαρξη σε κατάσταση εγρήγορσης στην πορεία της προς το υπερβατικό, που κατά τον Ντοστογιέφσκι είναι η Ορθοδοξία, μια Ορθοδοξία όμως δικής του μεταφυσικής, με στόχο την πανανθρώπινη συμφιλίωση των λαών, με αφετηρία τον ρωσικό λαό και κέντρο τη διδασκαλία του Χριστού, δεν είναι ο παιδαγωγός Ερως του Πλάτωνα, αλλά έννοιες και ψυχικά γεγονότα εξίσου δυνατά, όπως η συμπόνια, ο οίκτος, η αμαρτία, η ενοχή, η ταπείνωση, η εξομολόγηση, η δημόσια έκθεση – το μαρτύριο και ο εξαγνισμός κατά την παπαδιαμάντικη μεγαθυμία, θα λέγαμε εμείς. O πρίγκιπας Μίσκιν συγκλονίζεται από τον βαθύ μυστικιστικόν οίκτο του προς την Ναστάσια Φιλίποβνα, παρά από τον ευτυχή βατόν έρωτα προς την Αγλαΐα Σπάντσιν, ακόμα και αν λεκτικά αυτόν εξυμνεί («O Ηλίθιος»).

Ο Ντοστογιέφσκι με την καταγραφή των ακραίων ψυχικών καταστάσεων, ενοχών, ταπεινώσεων, εξομολογήσεων, γίνεται μέσα από τον ρεαλισμό του υπερβατικός. H λογοτεχνία του δεν είναι περί τη ζωή, ίσως η ζωή η ίδια δεν είναι περί τη ζωή. Οπως οι παραβολές της Π. Διαθήκης, τα μυθιστορήματά του δεν είναι ο σκοπός, αλλά αγωγός με κατεύθυνση το άπειρο – το πλατωνικό θείον κάλλος- έξω από νοητά όρια. Ενώ η σκέψη του υποστηρίζει την Ορθοδοξία, η πένα του τον σπρώχνει έξω και από αυτά τα ίδια τα όριά της και πολύ συχνά μιλάει ως προτεστάντης (π.χ. το αυτομαστίγωμα έως θανάτου του Σταυρόγκιν), όπου το Φοβερό Βήμα δεν είναι ο Υψιστος και η επιείκειά του για τον αμαρτήσαντα αλλά η ίδια η συνείδησή του. Σε πιο ήρεμους τόνους μιλούν οι ήρωες του «Συμποσίου» (ιστορικές προσωπικότητες της κλασικής Αθήνας) με τη γραφίδα του Πλάτωνα, αλλά εξίσου ρεαλιστικοί αν και δεν εκφράζουν τον Πλάτωνα, ο Αριστοφάνης για παράδειγμα φτάνει με τον περίφημο μύθο του να κλέβει σχεδόν την παράσταση ακόμα και από την Διοτίμα, η χρησμοδότηση της οποίας είναι ο στόχος του Πλάτωνα. Ως προς τον Αλκιβιάδη που μπαίνει τελευταίος στο συμπόσιο, και λαμβανομένου υπόψη ότι όταν γραφόταν το έργο είχε πεθάνει με έναν επαίσχυντο θάνατο, οι φοιτητές είδαν στην τραγικότητα της εξομολόγησης αυτού του προ 25 αιώνων πολυπροικισμένου αριστοκρατόπαιδου των Αθηνών, τον «δικό τους» πρίγκιπα Σταυρόγκιν «των Δαιμονισμένων» της Αγίας Πετρούπολης.

Οι φοιτητές του τμήματος Νεοελλ. Σπουδών χάρηκαν το «Συμπόσιο» κυρίως ως τέλειο λογοτέχνημα? που και είναι. Και ως τέτοιο άλλωστε διδάχθηκε. Και τα ιδεολογήματα του Ντοστογιέφσκι περί Ορθοδοξίας ως «σώματος του Χριστού» και του ρωσικού λαού ως θεοφόρου λαού με θεία αποστολή, η χίμαιρα ακόμα πως η Κωνσταντινούπολη («Ημερολόγιο») θα γίνει το νοητό κέντρο ενός πανανθρώπινου έθνους του Θεού, θα μπορούσαν να χλευαστούν (όπως και χλευάστηκαν επί δεκαετίες από τη Σοβιετική Ρωσία) «σαν αποκυήματα ενός φανατικού εν παροξυσμώ ή ενός παγιδευμένου πνεύματος» (Κωστής Παπαγιώργης), αν δεν τα θωράκιζε η ανεπανάληπτη λογοτεχνία τους, απολύτως όπως το «Συμπόσιο». Κανένα περιθώριο για μίμηση. Εθνικά κεφάλαια αναπαλλοτρίωτα. Αν και το ένα δεν παύει να είναι αυστηρό φιλοσοφικό κείμενο με σφιχτή μεθοδολογία, τα άλλα καθαρή λογοτεχνία, ωστόσο και από τις δύο πηγές ακούγεται το ίδιο υπόγειο βουητό που ανεβαίνει με εντατικούς ρυθμούς από κάτω προς τα επάνω, η ίδια ενορχήστρωση ρεαλιστικών προσώπων και καταστάσεων προς μιαν υπερβατική ανταρσία.

Ο Ντοστογιέφσκι επανειλημμένα εξέφρασε στα γραπτά του την εμπιστοσύνη του στις βουλές της Θείας Πρόνοιας.

Αναφερόμενος ακριβώς στη Θεία Πρόνοια ο Μπρόντσκι λέει πως ο Ντοστογιέφσκι ανοίχτηκε τόσο βαθιά στα μυστήρια της Θείας Πρόνοιας, ώστε η Θεία Πρόνοια, για να προστατεύσει αυτά τα μυστήριά της αλλά και τη Ρωσία ολόκληρη από τις απόκρημνες κορυφές, κινήθηκε ανασταλτικά ρίχνοντας δίπλα έναν άλλον ογκόλιθο της τέχνης του λόγου, τον Τολστόι. Ακολουθώντας τον αφορισμό του Μπρόντσκι θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για τον Πλάτωνα και τις δικές του απρόσιτες κορυφές. H ελληνική σκέψη και εν συνεχεία η Ευρωπαϊκή απαλλάχτηκε από την ανάγκη, μιας περαιτέρω επικίνδυνης ορειβασίας με το να βαδίσει στις πλατιές λεωφόρους του ορθολογισμού του Αριστοτέλη.

Σε παρατήρηση φοιτήτριας: εφόσον η τάση της ανθρώπινης σκέψης προς την υπέρβαση ενυπάρχει σαν φύση και στον φιλοσοφικό στοχασμό και στις θρησκείες αλλά και σε κάθε ανθρώπινη ψυχή όλων των εποχών όλων των λαών, γιατί αυτό το φαινόμενο να μην το δεχτούμε σαν έναν «μεταφυσικό ρεαλισμό»;

Ο Πλάτων νομίζω δίνει την απάντηση με τον μύθο του Αρματος της ψυχής στον «Φαίδρο», όπου το μαύρο άλογο οδηγεί συνεχώς προς το αισθητό πεδίο της άτεγκτης αναγκαιότητας, ενώ το λευκό προς τις ενορατικές αλήθειες. Τον κύριο ρόλο ωστόσο τον παίζει ο ηνίοχος νους που εξισορροπεί το Αρμα και δεν το αφήνει ούτε να παραανεβεί μονόπλευρα ούτε μονόπλευρα επίσης να γείρει προς τα κάτω.

Καθώς έκλεινε το σεμινάριο άφηνε μετέωρο ένα ερώτημα, ίσως προς την εποχή μας: Μήπως υπερεκτιμήθηκε ο δυτικός ορθολογισμός, που ο Ντοστογιέφσκι απεχθανόταν -μέχρι κατάφωρης αδικίας μάλιστα- και ώρα είναι να ξαναφωτιστεί με ψύχραιμο φως και το άλλο άλογο της κούρσας;

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT