O CEO της Γάλλο-ολλανδικής αεροπορικής εταιρείας AirFrance–KLM δήλωσε τις προάλλες ότι, λέει, οι ταξιδιώτες έχουν αρχίσει να αποφεύγουν τα καλοκαιρινά ταξίδια στη νότια Ευρώπη εξαιτίας των πολύ υψηλών θερμοκρασιών. «Αυτό που βλέπουμε είναι πως ολοένα και περισσότεροι Ευρωπαίοι αποφεύγουν συγκεκριμένους προορισμούς στη Γαλλία και την Ισπανία, όλα αυτά τα μέρη που βράζουν, ή που έχουν φωτιές», είπε. Αυτή είναι, κατά τη γνώμη του, η ισχυρότερη τάση που παρατηρούν τις τελευταίες εβδομάδες στην εταιρεία. Ο κόσμος ταξιδεύει περισσότερο από ποτέ, ασφαλώς, οι αφίξεις και τα έξοδα αυξάνονται, ο τουρισμός καλπάζει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή είναι μια πορεία που αναγκαστικά θα συνεχιστεί αυξανόμενη και με τους ίδιους ρυθμούς για πάντα. Το τουριστικό προϊόν μιας περιοχής ή μιας χώρας δεν εξαρτάται μόνο από το φυσικό κάλλος και τον αριθμό των AirBnb, αλλά και από πολλούς ευμετάβλητους εξωτερικούς παράγοντες. Μακρινοί πόλεμοι πυροδοτημένοι από άσχετους επηρεάζουν τις τιμές καυσίμων και τροφίμων. Έκτακτες κρίσεις, πανδημίες, λιμοί και καταποντισμοί μπορεί να αλλάξουν απότομα τη δυνατότητα και τη διάθεση των ανθρώπων να ταξιδέψουν. Και οι πιέσεις από την κλιματική κρίση μπορούν ανά πάσα στιγμή να απειλήσουν ακόμα και το ίδιο το φυσικό κάλλος. Αυτά είναι δεδομένα τα οποία βεβαίως πρέπει να λαμβάνουν υπόψιν επιχειρήσεις και κράτη, να μην αφήνουν την ευάλωτη τουριστική βιομηχανία να μετατραπεί σε μονοκαλλιέργεια της εγχώριας οικονομίας, να επενδύουν σωστά, να αποφασίζουν ορθολογικά, να βάζουν τα όρια που πρέπει, όπου πρέπει.
Αλλά το θέμα μας εδώ είναι άλλο: όλες αυτές οι τάσεις, που πρέπει να χτυπάνε καμπανάκια στην ξέφρενα αισιόδοξη αγορά του τουρισμού, έχουν ταυτόχρονα συνέπειες πιο γήινες, πιο κοντινές, στο επίπεδο της κοινωνίας, σε εμάς. Επηρεάζουν και εμάς, αλλιώς.
Στο πλαίσιο της καθημερινής ζωής δεν είναι πάρα πολλά τα πολύ καλά πράγματα που έχουμε εδώ στην Ελλάδα. Δεν έχουμε πολύ αποτελεσματικούς θεσμούς, δεν απολαμβάνουμε πολύ καλές υπηρεσίες (ιδιωτικές ή δημόσιες), δεν έχουμε ποδηλατόδρομους ή πολύ πράσινο στις πόλεις (ή πεζοδρόμια). Μας λείπουν πολλά που άλλες κοινωνίες απολαμβάνουν. Αλλά έχουμε το καλοκαίρι. Μα τον Οδυσσέα τον πολύτροπο, έχουμε την εγγύτητα στη φύση και στη θάλασσα, στο μοντέλο των διακοπών που άλλοι λαοί λαχταράνε και αποζητούν. Το έχουμε αυτό. Το ελληνικό καλοκαίρι. Δεν έχουμε τόσα άλλα, μα έχουμε, τουλάχιστον αυτό. Έτσι δεν είναι; Αλλά να που μοιάζει να απειλείται. Όλες αυτές οι τάσεις που περιγράφουν οι CEOs, που γράφονται στα άρθρα και συζητιούνται στα συνέδρια του τουρισμού μοιάζουν να το απειλούν, στο επίπεδο του καθενός μας και της καθεμιάς μας ξεχωριστά.
Πρώτα απ’ όλα, ο γεωγραφικός ορίζοντας του «ελληνικού καλοκαιριού» για τους ίδιους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες στενεύει. Όσο περισσότεροι τουρίστες έρχονται απ΄ έξω, τόσο αυξάνεται και η ζήτηση για τα καταλύματα εδώ, άρα τόσο αυξάνονται και οι τιμές. Η καλύτερη λύση γι’ αυτό το πρόβλημα είναι, ασφαλώς, να αυξηθούν και τα εισοδήματα των Ελλήνων, ώστε να μπορούν να ανταγωνιστούν τους ξένους. Αλλά αυτό μοιάζει επιστημονική φαντασία, οπότε ας το αφήσουμε εδώ. Πώς αλλιώς αντιμετωπίζεται; Με το κανείς φτιάξει καινούργια τουριστικά καταλύματα, θα πει κανείς, για να χωράμε όλες και όλοι. Αλλά εδώ μπαίνει το πρόβλημα της φέρουσας ικανότητας (πόσα αντέχει κάθε προορισμός; Από ποιο σημείο και μετά χάνει τα χαρακτηριστικά που τον κάνουν ελκυστικό, πήζει στην κίνηση, αλλοιώνει το χαρακτήρα του, επιβαρύνει τους ντόπιους, γίνεται αφόρητος;) οπότε ΟΚ, ας να μη χτίσουμε πολλά καινούργια. Πώς αλλιώς; Μήπως να ψάξουμε για άλλους προορισμούς, έστω λίγο πιο μακριά; Μα οι ομορφιές και οι προορισμοί στη χώρα μας δεν είναι απεριόριστοι στον αριθμό, κι άλλοι σκέφτονται το ίδιο, και οι ξένοι, αργά ή γρήγορα, ακολουθούν. Κάποια στιγμή, αργά η γρήγορα, όλοι οι όμορφοι προορισμοί θα γίνουν κορεσμένοι. Προς τα εκεί πάει το πράγμα. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο γεωγραφικό. Ακόμα κι αν βρούμε κάπου να πάμε, μπορεί στο μεταξύ να καεί. Η μέση θερμοκρασία στη γεωγραφική μας γειτονιά αυξάνεται ταχύτερα από ό,τι αυξάνεται στις περισσότερες περιοχές του κόσμου. Οι καύσωνες είναι ολοένα πιο συχνοί. Οι ημέρες που είναι πραγματικά δυσάρεστες, που η θερμοκρασία δεν πέφτει σε υποφερτά επίπεδα ούτε τη νύχτα, γίνονται ολοένα και περισσότερες. Οι συνθήκες που ευνοούν το ξέσπασμα μεγάλων δασικών πυρκαγιών γίνονται ολοένα και πιο συχνές, και απλώνονται σε μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Οι συνθήκες που φέρνουν αφρικανική σκόνη, επίσης. Τα καλοκαίρια γίνονται ολοένα και λιγότερο ευχάριστα. Το ελληνικό καλοκαίρι δεν γίνεται μόνο πιο στενό ή πιο σύντομο -γίνεται και λιγότερο απολαυστικό.
Και ακόμα και αν μετά από όλα αυτά, ακόμα κι αν ο Έλληνας βρει το μπάτζετ για να ζήσει το μοντέλο του ελληνικού καλοκαιριού που είχε συνηθίσει κάπου (έστω για λιγότερες ημέρες, έστω λίγο πιο μακριά), ακόμα κι αν πετύχει ημέρες χωρίς αφόρητο καύσωνα που να τον αναγκάζει να κλείνεται κάπου με air-condition, ακόμα κι αν είναι τυχερός και δεν καεί το βουνό δίπλα; Να λέει ευχαριστώ και να νιώθει τυχερός. Αν και, έτσι που έχουν γίνει τα πράγματα με τη θέρμανση των θαλασσών και την υπεραλίευση, γίνεται ολοένα και περισσότερο πιθανό, εκεί που μπαίνει, επιτέλους, στη δροσερή (αλλά λιγότερο δροσερή από παλιά) θάλασσα για να απολαύσει την αλμύρα και να ξεπλύνει τα βάρη και τα άγχη της χρονιάς, όταν επιτέλους κατορθώνει να αγγίξει το νόημα, το πρότυπο του ελληνικού καλοκαιριού που έχει συνηθίσει να πιστεύει ότι δικαιούται, να τον τσιμπήσει μια τσούχτρα. Ή να τον δαγκώσει ένας λαγοκέφαλος. Ανάλογα την παραλία.

