
Το να παρακολουθείς τον 80χρονο Μανώλη Μητσιά να αρκείται στην απαγγελία στίχων που πρωτοτραγούδησε πριν από 50 χρόνια, ελλείψει ειδικής άδειας να τους ερμηνεύσει μελωδικά, έχει κάτι άχαρο και καταχρηστικό· προδίδει μια εξουσιαστική υπερβολή εκ μέρους εκείνου που ασκεί το πνευματικό δικαίωμα του σχετικού μουσικού έργου και εγείρει εύλογα ερωτήματα ως προς το κατά πόσον αυτός ο προστατευτισμός θωρακίζει στ’ αλήθεια το έργο ή απλώς εκδικείται όσους διεκδικούν πρόσβαση σε αυτό αναρμοδίως. Προκύπτει επιπλέον μια καλόπιστη απορία: είναι ο αυθεντικός ερμηνευτής ενός τραγουδιού που γράφτηκε πριν από μισόν αιώνα ένας από εκείνους που ενδέχεται να το προσβάλουν; Εμπίπτει στο πλαίσιο της χρηστής διαχείρισης της κληρονομιάς του Μάνου Χατζιδάκι ο αποκλεισμός από αυτή μέχρι και των προσώπων που δούλεψαν μαζί του και εγκρίθηκαν από αυτόν; Η μανιώδης τήρηση του νομικού τύπου εκπίπτει ενίοτε σε μια τυπολατρία που εξυπηρετεί περισσότερο τη μανία παρά τον αγαθό σκοπό του τύπου.
Το φάντασμα του Χατζιδάκι
Η συζήτηση όμως για το αν ο κληρονόμος του Μάνου Χατζιδάκι διαχειρίζεται τα πνευματικά δικαιώματα του συνθέτη με τρόπο που θα τον έβρισκε σύμφωνο ανήκει στο φάσμα της αόριστης εικοτολογίας· όλοι έχουν κι από μια αυθαίρετη άποψη, όλοι έχουν και από μια μεταφυσική εκτίμηση («να τι θα έλεγε ο μέγας Χατζιδάκις!») που περνιέται για υπερβατικό πνεύμα δικαιοσύνης, ενώ δεν είναι παρά υστερική εκδήλωση ευσεβούς πόθου. Πάντως, όσοι βρίσκουν εξ ορισμού σκανδαλώδεις τους αυστηρούς περιορισμούς στην αναπαραγωγή του έργου του Μάνου Χατζιδάκι, ίσως να έβρισκαν χρήσιμη την κατάδυση σε κείμενα, συνεντεύξεις και ραδιοφωνικές εκπομπές του. Θα μάθαιναν τότε ότι ο Χατζιδάκις δεν ήταν απλώς επιλεκτικός σε ό,τι είχε να κάνει με τις χρήσεις του έργου του, αλλά μπορούσε να γίνει και χαρακτηριστικά στρυφνός ή επιθετικός. Μπορούσε να γίνει δυσάρεστος ακόμη και σε συνεργάτες του για χάρη της ιδιάζουσας καλλιτεχνικής του δεοντολογίας. Αν μπορούσε, λοιπόν, να δοθεί απάντηση σε εκείνους που αναρωτιούνται «τι θα έλεγε ο Χατζιδάκις», υπάρχει περίπτωση να μην τους ικανοποιούσε ιδιαίτερα.
Λαός εναντίον πνεύματος
Η δημόσια κατακραυγή εναντίον της απόφασης του υιού Χατζιδάκι να απαγορεύσει την εκτέλεση του έργου του πατέρα του σε συναυλία-αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο ανέδειξε ένα ζήτημα σημαντικότερο από το ίδιο το περιστατικό: την πρωτόγονη, εντυπωσιακά διαδεδομένη και τάχα φιλολαϊκή αντίληψη πως τα διάσημα έργα «ανήκουν στον λαό». Αφού τα τραγουδάμε, δεν μπορεί, δικά μας θα είναι· αφού συνιστούν κομμάτι της Ιστορίας και άρα της συλλογικής μας συνείδησης, δεν μπορεί, θα μας ανήκουν όπως ο αέρας που εισπνέουμε. Το πνευματικό έργο, ωστόσο, δεν φυτρώνει μόνο του, δεν υπήρχε εκεί από πάντα. Κάποιος το εμπνεύστηκε, εργάστηκε σκληρά για την ανάπτυξη και την ολοκλήρωσή του, και επένδυσε σε αυτό μεταξύ άλλων και για λόγους προσωπικού κέρδους. Οποιος διαφωνεί με την ιδιωτική διάσταση του καλλιτεχνικού προϊόντος όπως αυτή εκφράζεται από τα πνευματικά δικαιώματα, μπορεί να την αποκηρύξει όταν παραγάγει το δικό του. Περιέργως, όμως, σε αυτή τη γενναιοδωρία επιμένουν είτε όσοι απλώς καταναλώνουν έργα είτε όσοι παράγουν έργα μικρού διαμετρήματος.
Πατρότητα
Η οικουμενικότητα ενός έργου είναι ένα πιθανό αποτέλεσμά του. Η πράξη πίσω από το έργο, ωστόσο, έχει ονοματεπώνυμο και αυτός ακριβώς ο προσωπικός χαρακτήρας της, ο μη οικουμενικός, ευθύνεται για την οικουμενική της έκβαση. Δημιουργοί είναι τα άτομα, όχι τα πλήθη. Για να φτάσει στα τελευταία, η έμπνευση πρέπει να είναι ιδιωτική, το έργο πρέπει να έχει γονέα. Η ιδέα πως όποιο προϊόν διανοίας γίνεται δημοφιλές πρέπει να αποκόβεται ηθικά και νομικά από την πηγή της κι έπειτα να κοινωνικοποιείται, είναι ένας ψευτοϊδεαλιστικός παραλογισμός που, αν επικρατήσει, θα αποθαρρύνει τους επόμενους μεγάλους δημιουργούς να μεγαλουργήσουν, γιατί θα τους στερήσει το δικαίωμα να ορίσουν το έργο τους, δηλαδή τον εαυτό τους. Μα ο κληρονόμος του Μάνου Χατζιδάκι δεν είναι ο Μάνος Χατζιδάκις, αποκρίνεται ο αντίλογος. Ναι, αλλά σε αυτόν εμπιστεύτηκε ο δημιουργός τη διαχείριση της κληρονομιάς του. Ο δημιουργός ήξερε τι επέλεγε και ανέλαβε την ευθύνη.
Στρατηγική κακοφωνία
Για τον Μάνο Χατζιδάκι, σημασία δεν είχε μόνο το έργο, αλλά και η πλαισίωσή του – ο τρόπος, η λογική, ο χρονισμός και η αισθητική της παρουσίασής του. Η στάση του κληρονόμου του απέναντι στη συναυλία για τον Γκάτσο δεν είναι κατ’ ανάγκην μια προσωπική επίθεση στον Μητσιά ή στη διαχειρίστρια των δικαιωμάτων του έργου του Γκάτσου, αλλά πιθανόν μια στάση αρχής: αποφυγή εμπλοκής του χατζιδακικού έργου σε μια εκδήλωση χωρίς χατζιδακικό έλεγχο. Η ροπή αυτή όμως στον υπερβάλλοντα έλεγχο, το τεντωμένο χέρι που διαφεντεύει το πολύτιμο υλικό με συνείδηση κυρίου, χωρίς να αφήνει την παραμικρή νότα να πέσει κάτω, έχει αρχίσει να κλέβει την παράσταση από το ίδιο το έργο· έχει αρχίσει να ακούγεται περισσότερο από την επίμαχη μουσική. Και αν αυτό δεν έχει τη δύναμη να ζημιώσει την ουσία της κληρονομιάς του Μάνου Χατζιδάκι, σίγουρα δεν ευνοεί ιδιαίτερα την πρόσληψή της από το κοινό.

