Κανονικά θα έπρεπε να προσθέσω και τους δύο επιθετικούς προσδιορισμούς, «δίκαιη και βιώσιμη» που συνοδεύουν, εδώ και μισό αιώνα, το κυπριακό πρόβλημα. Αν μπούμε στην ερμηνεία αυτών των προσδιορισμών προφανώς δεν θα βγάλουμε άκρη. Μέχρι στιγμής έχουμε ένα, και μόνον ένα, ιστορικό δεδομένο: ο μοναδικός Ελληνας πρωθυπουργός που έλυσε το Κυπριακό ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με την τελική συμφωνία του Λονδίνου, μία από τις λαμπρότερες στιγμές της ελληνικής διπλωματίας.
Αυτές τις μέρες παρουσιάζεται μια κινητικότητα γύρω από το συγκεκριμένο πρόβλημα εκ μέρους του ΟΗΕ. Το ερώτημα είναι πόσο ψηλά βάζουμε τον πήχυ των προσδοκιών μας. Με δεδομένη την κατάληξη του σχεδίου Ανάν, κανονικά δεν θα πρέπει καν να υπάρχει πήχυς. Οι προτάσεις του Αντόνιο Γκουτέρες, σε γενικές γραμμές, θα κινούνται στην ίδια λογική. Τότε, τι άλλαξε; Απλώς πέρασαν 22 χρόνια από τότε και ενδεχομένως να άλλαξαν οι στρατηγικές προτεραιότητες της Τουρκίας. Αυτό το «ενδεχομένως», ας το κρατήσουμε. Στην καλύτερη περίπτωση η τουρκική πλευρά θα κάνει μερικές παραχωρήσεις σε ήσσονος σημασίας ζητήματα, καθώς η επίλυση ενός χρόνιου προβλήματος θα ανοίξει στις τουρκικές ελίτ άλλες, πολύ πιο σημαντικές πόρτες. Ενα ενιαίο συνεργατικό κυπριακό κράτος θα πάψει να αποτελεί αγκάθι στα πλευρά της Τουρκίας και συγχρόνως θα κόψει εν τη γενέσει της την πολυεπίπεδη συνεργασία της ενιαίας Κύπρου με το Ισραήλ.
Πλην δραματικού απροόπτου, δεν βλέπω η παρούσα κινητικότητα να καταλήγει κάπου. Το απρόοπτο μπορεί να είναι τα ραντάρ του Τραμπ.
Υποθέτω ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν θα απομακρυνθεί από την πάγια εθνική γραμμή πως η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα συμπαραστέκεται. Οπως περίπου έγινε και με το σχέδιο Ανάν. Σήμερα, το να εμπλακούμε στη συζήτηση πού θα βρισκόταν η Κύπρος αν αποδεχόταν το συγκεκριμένο σχέδιο, δεν θα μας οδηγήσει πουθενά. Εκτός αν χρησιμεύσει στους υποστηρικτές του και τους πολέμιούς του για τη μάχη που θα δοθεί στο επικείμενο σχέδιο Γκουτέρες το οποίο, επαναλαμβάνω, θα κινείται σε παρεμφερές πλαίσιο.
Μέχρι τώρα η εθνική γραμμή ήταν και παραμένει ότι το Κυπριακό αποτελεί πρόβλημα εισβολής και κατοχής και θα πρέπει να επιλυθεί με βάση συγκεκριμένα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Αυτή η γραμμή έχει αποδειχθεί αλυσιτελής επί 52 χρόνια, καθώς δεν την έχει αποδεχθεί η Τουρκία, που πορεύεται με βάση το δόγμα «μακάριοι οι κατέχοντες». Και εκτιμώ ότι πολύ δύσκολα θα βρεθεί κυπριακή κυβέρνηση που δεν θα κινηθεί πάνω σε αυτή τη γραμμή. Τα δεδομένα κόστη, πολιτικά και οικονομικά, της επανένωσης της Μεγαλονήσου φαίνεται πως είναι, για την ελληνοκυπριακή πλευρά, πολύ πιο σημαντικά από τα πιθανά οφέλη. Και η ελληνική κυβέρνηση δεν πρόκειται να παρέμβει σε μια περίοδο προεκλογική και με σημαντική πίεση από τα δεξιά της. Θα ήταν αυτοκτονικό!
Πλην δραματικού απροόπτου, δεν βλέπω η παρούσα κινητικότητα να καταλήγει κάπου. Και το απρόοπτο ποιο μπορεί να είναι; Τα ραντάρ του Ντόναλντ Τραμπ.

