Η συζήτηση των τελευταίων μηνών για την κυβέρνηση που θα προκύψει μετά τις επόμενες εκλογές έχει όλα τα χαρακτηριστικά της θλιβερής ατζέντας η οποία έχει επιβληθεί στη χώρα από μια γενιά γαντζωμένη στα προνόμια των προηγούμενων δεκαετιών.
Εκείνοι που θυμούνται την οικονομική κατάντια της χώρας την περίοδο ανάμεσα στο 2010 και το 2018 και δεν έχουν άμεσα οφέλη από την επικράτηση του ενός ή του άλλου πολιτικού σχηματισμού, δεν μπορεί παρά να διερωτώνται για ποιο λόγο δεν γίνεται η μια συζήτηση που πραγματικά λείπει: όταν σκάσει για ακόμη μια φορά η παγκόσμια φούσκα, η ελληνική οικονομία πού θα βρίσκεται;
Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες ούτε, βέβαια, και εντελώς ξεκάθαρες. Αλλά είναι απολύτως σαφές ότι τα τελευταία χρόνια απαντήσεις στα ουσιαστικά ερωτήματα για τη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας δεν έχουν δοθεί. Η πανδημία άνοιξε τον δρόμο ώστε να διαχυθούν στη χώρα πολλά χρήματα, ενώ οι χαμηλές τιμές προσείλκυσαν αρκετά κεφάλαια, κυρίως σε επενδύσεις που συνδέονται με τις σταθερές υπεραξίες της χώρας, εν ολίγοις τον τουρισμό και τα ακίνητα. Μπορεί να συνεχιστεί αυτή η πρακτική σε βάθος χρόνου; Οσοι τη θεωρούν φυσιολογική και αναπόφευκτη για την ελληνική περίπτωση, θα υποστηρίξουν ότι κάποια εγγενή πλεονεκτήματα της χώρας δεν μπορεί να υπονομευθούν. Αλλο όμως αυτό και εντελώς διαφορετικό να έχουν κεντρική θέση.
Η απηρχαιωμένη αυτή οικονομία φιλοξενίας, τουρισμού και επενδύσεων στα ακίνητα οδηγεί σε θέσεις εργασίας χαμηλής εξειδίκευσης, εξυπηρετεί όλους όσοι ήδη διαθέτουν κομβική θέση στην οικονομία της χώρας και εντέλει το ίδιο τον αστερισμό δικτύων που την κυβερνούν.
Η χώρα έχει ανάγκη να προχωρήσει σε εκ βάθρων μετασχηματισμό για να μη «μείνει από καύσιμα», οικονομικά και κοινωνικά, τις επόμενες δεκαετίες. Λύσεις δεν υπάρχουν πολλές ούτε και είναι μαγικές. Την περίοδο μετά το 2010 είδαμε ότι η λύση «απ’ έξω» δεν είναι θαυματουργή. Με τα μνημόνια τέθηκε στόχος να μειωθούν οι δαπάνες και να χαλιναγωγηθεί το δημοσιονομικό τέρας. Μένει η λύση από το εσωτερικό.
Εως τώρα, τουλάχιστον, οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις θυμίζουν νομάδες. Τα τελευταία 16 χρόνια (για να μείνουμε στη μνημονιακή περίοδο) «μετακομίζουν», αλλά ακόμη κι έτσι, δεν αποτελούν παρά μειοψηφικές τάσεις που σύντομα περιθωριοποιούνται. Απαιτείται, λοιπόν, μια στροφή υπερ-κομματική υπέρ των νέων γενεών και του νέου κόσμου, που εκ των πραγμάτων έχει ανατείλει. Οι προηγούμενοι μπορούν σιγά σιγά να πάνε στα σπίτια τους. Καιρός είναι.

