Γλυπτά: από τον Βύρωνα στον Μπέρναμ

3' 23" χρόνος ανάγνωσης

Η ανάληψη της πρωθυπουργίας του Ηνωμένου Βασιλείου από τον Αντι Μπέρναμ έφερε ξανά στο προσκήνιο της επικαιρότητας τη συζήτηση για τον επαναπατρισμό των Γλυπτών του Παρθενώνα. Στο παρελθόν, ο Μπέρναμ είχε ταχθεί ανοιχτά υπέρ της επιστροφής τους στην Αθήνα. Το ερώτημα, όμως, είναι τι θα πράξει ως πρωθυπουργός.

Η διεκδίκηση των Γλυπτών από ελληνικής πλευράς ανάγεται στις απαρχές της ίδρυσης του ελληνικού κράτους. Ηδη από τον Ιούλιο του 1836 (εποχή της βασιλείας του Οθωνα), η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε την επιστροφή τεσσάρων τμημάτων της ζωφόρου του ναού της Αθηνάς Νίκης που βρίσκεται στη νότια πτέρυγα των Προπυλαίων της Ακρόπολης, τα οποία είχαν αποσπαστεί από τον Ελγιν. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι στην επιστολή που στάλθηκε από την Αθήνα στο Λονδίνο, οι αρμόδιες ελληνικές υπηρεσίες έκαναν ρητώς λόγο για «παντελώς αμφίβολη» νομιμότητα των ενεργειών του Ελγιν, τις οποίες επιπλέον αμφισβητούσαν από ηθικής απόψεως «στο όνομα των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Η αξίωση της Ελλάδας απορρίφθηκε ασυζητητί από τους Βρετανούς, χωρίς καν να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση.

Τον Ιούλιο του 1982 η υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη εκδήλωσε δημοσίως την πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης να διεκδικήσει την επιστροφή στην Αθήνα των Γλυπτών του Παρθενώνα και άλλων μνημείων της Ακρόπολης από το Βρετανικό Μουσείο, όπου βρίσκονταν από τις αρχές του 19ου αιώνα, αφού προηγουμένως είχαν αφαιρεθεί από το αρχαίο μνημείο από τον λόρδο Ελγιν. Το αίτημα διατυπώθηκε επισήμως τον Οκτώβριο του επόμενου έτους. Ομως η απάντηση από το Λονδίνο, η οποία στάλθηκε τον Απρίλιο του 1984, ήταν κατηγορηματικά αρνητική.

Στις τέσσερις δεκαετίες που έχουν μεσολαβήσει, πολλά έχουν αλλάξει. Η βρετανική θέση γίνεται ολοένα πιο αδύναμη. Ενα προς ένα τα παγίως προβαλλόμενα βρετανικά επιχειρήματα εναντίον της επιστροφής των Γλυπτών έχουν στην πράξη καταρριφθεί. Με την ανέγερση του νέου Μουσείου της Ακρόπολης είναι προφανές ότι τα Γλυπτά θα εκτεθούν στις ιδανικότερες δυνατές συνθήκες και θα αποκατασταθεί η ενότητά τους με το αρχαίο μνημείο. Επιπλέον, έχει αποδειχθεί ότι τα Γλυπτά δεν έτυχαν πάντα της καλύτερης δυνατής φροντίδας από το Βρετανικό Μουσείο. Τέλος, μικρότερα θραύσματα των Γλυπτών που βρίσκονταν στην κατοχή τρίτων έχουν τα τελευταία χρόνια επαναπατριστεί στην Αθήνα.

Ισως το πιο σημαντικό είναι η μεταστροφή της ίδιας της βρετανικής κοινής γνώμης. Σε όλες τις δημοσκοπήσεις αποτυπώνεται σταθερά η προτίμηση της πλειονότητας των Βρετανών για την επιστροφή των Γλυπτών στην Ελλάδα. Το πρόβλημα είναι ότι το Βρετανικό Μουσείο δεν θα αποδεχθεί ποτέ ότι παρανόμως είχε στην κατοχή του επί πάνω από διακόσια χρόνια τα Γλυπτά. Από την άλλη, η Αθήνα είναι δύσκολο να συγκατανεύσει σε μια λύση δανεισμού τους στο Μουσείο της Ακρόπολης, διότι κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν την αναγνώριση της νομικής ιδιοκτησίας του Βρετανικού Μουσείου επί των Γλυπτών.

Υπάρχει μέση οδός ώστε να αρθεί το αδιέξοδο και να ικανοποιηθούν (έστω εν μέρει) και οι δύο πλευρές; Η διπλωματική ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα περίτεχνων (ενίοτε σκόπιμα ή ακόμα και δημιουργικά ασαφών) διατυπώσεων που λύνουν προβλήματα χωρίς να «ξύνουν πληγές». Ως προς τα Γλυπτά του Παρθενώνα, μια λειτουργική λύση θα μπορούσε να είναι η κατάληξη σε συμφωνία, βάσει της οποίας το Βρετανικό Μουσείο θα αποδεχόταν την επ’ αόριστον έκθεσή τους στο Μουσείο της Ακρόπολης, χωρίς να γίνεται ρητή αναφορά στο από νομικής απόψεως ιδιοκτησιακό καθεστώς τους. Στην πράξη αυτό θα σήμαινε ότι τα Γλυπτά θα επαναπατρίζονταν οριστικά, δίχως ούτε το Βρετανικό Μουσείο να (αυτο)ανακηρυχθεί (έστω μετά την πάροδο δύο και πλέον αιώνων) κλεπταποδόχος ούτε η Ελλάδα να θεωρηθεί απλώς η φιλοξενούσα χώρα και όχι η ιδιοκτήτριά τους.

Από συμβολικής απόψεως, θα ήταν υπέροχο εάν κάτι τέτοιο είχε συμβεί το 2024, έτος κατά το οποίο συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από τον θάνατο του λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι, καθώς εκείνος ήταν από τους πρώτους που είχαν ψέξει τον Ελγιν για την απόσπαση των Γλυπτών από την Ακρόπολη. Εστω και με κάποια καθυστέρηση, μεγαλύτερη σημασία έχει να απαντηθεί αρνητικά το ερώτημα που ο ίδιος ο Βύρων θέτει στο ποίημά του «Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ»: «Είναι ποτέ δυνατόν να λεχθεί στη γλώσσα των Βρετανών / Πως η Αλβιώνα χαίρεται με τα δάκρυα των Αθηνών;».

*Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το βιβλίο του «Ενας κόσμος χωρίς κανόνες; Το διεθνές σύστημα στη συγκυρία της απορρύθμισης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT