Το περιστατικό ήταν τόσο αθόρυβο, που θα μπορούσε να είναι και αόρατο. Χιλιάδες παρόμοια μικροσυμβάντα τα προσπερνάμε, είτε γιατί είμαστε βυθισμένοι στα δικά μας είτε γιατί ούτε καν τους δίνουμε σημασία.
Σε μια στάση για καφέ γνωστής αλυσίδας καταστημάτων, μια γυναίκα δίπλα μου, με τη χαρακτηριστική ποδιά της εργαζομένης σε παρακείμενο μεγάλο σούπερ μάρκετ, ζητάει έναν καφέ. Αλλά έχει μαζί της 80 λεπτά, ενώ ο καφές στοιχίζει 1,10. Προτείνει να φέρει τα υπόλοιπα την επόμενη μέρα, γιατί δεν κρατάει άλλα κέρματα στο πορτοφόλι της. «Μπορείτε να πληρώσετε και με κάρτα», αντιτείνει η νεαρή υπάλληλος. «Εχει μπλοκάρει», απαντάει η γυναίκα αμήχανα και κάτι ψελλίζει ότι θα προσπαθήσει να την ξεμπλοκάρει και θα επιστρέψει. Φεύγει, χωρίς τον καφέ. Η κοπέλα που εξυπηρετεί δείχνει πολύ στενοχωρημένη. «Τι να κάνω;», σχεδόν απολογείται. «Υπάλληλος είμαι κι εγώ. Δεν μπορώ να πάρω την πρωτοβουλία να της δώσω τον καφέ. Κι αν αυτό επαναληφθεί και μια άλλη μέρα, τι θα της πω;». Είναι ειλικρινής στη στενοχώρια της. Ολα συνέβησαν χαμηλόφωνα, κατάλαβα ότι κάτι διαμειβόταν, όχι, όμως, τι. Τη ρώτησα, επιβεβαίωσε τα γεγονότα και προχώρησε σε μια κοινωνική παρατήρηση. «Ξέρετε καθημερινά πόσοι άνθρωποι ζητούν να τους δώσουμε έναν καφέ δωρεάν; Δεν μπορώ να το κάνω. Και μη νομίζετε ότι ενδιαφέρονται και πολλοί γύρω μας».
Καμιά φορά αρκεί ένας ελάχιστος χρόνος για να αποκαλυφθεί η συνολική εικόνα και να βρουν όλα τα κομμάτια του παζλ τη θέση τους. Σκηνές ανημπόριας στους δρόμους –ας παρακάμψουμε το πολύ σοβαρό θέμα των αστέγων που εμπειρικά και μόνο παρατηρεί κανείς την αύξησή τους–, διαμαρτυρίες, επίσημες και ανεπίσημες, για την αδυναμία εκατοντάδων χιλιάδων συνανθρώπων μας να αντεπεξέλθουν στην καθημερινότητά τους. Εξουθενωτικά χαμηλοί μισθοί, εξουθενωτικά υψηλές τιμές από τα ενοίκια έως τη διατροφή.
Οταν κάθε κίνηση, όπως η ελάχιστη που είναι η αγορά ενός καφέ, εμποδίζεται ή είναι, σχεδόν, απαγορευτική, πόσες διέξοδοι, ακόμη και οι πιο μικρές και ανεπαίσθητες, απομένουν;
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ σχετικά με τη φτώχεια στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία (2015-2025) επαληθεύουν την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα». Αντιγράφουμε από την έρευνα: Ο πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό στη χώρα μας διαμορφώθηκε στο 27,5% το 2025, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024 (26,9%). Το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 7.020 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 14.742 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών. Συνολικά 1,9 εκατ. άνθρωποι βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας (σε σύνολο 10.158.000). Προφανώς οι «κοινωνικές μεταβιβάσεις» (δηλαδή επιδόματα και συντάξεις) βελτιώνουν την κατάσταση, αλλά η συνολική εικόνα δεν αφήνει κανένα περιθώριο ανάσας ή εφησυχασμού. Από τις, πολλές, επιμέρους αναλύσεις μεταφέρουμε ότι το 34,3% του πληθυσμού δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ξοδεύει χρήματα για τον εαυτό του ή για κάποιο χόμπι. Το ποσοστό εκτιμάται σε 60,5% για τον φτωχό πληθυσμό και σε 28,1% για τον μη φτωχό πληθυσμό. Επίσης, είναι μεν ευρέως γνωστό ότι, παγκοσμίως, η ψαλίδα ανάμεσα στους πλούσιους και στον ευρύτερο πληθυσμό ανοίγει διαρκώς, όμως στη χώρα μας η ανισότητα παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Τίποτα δεν αποτελεί «είδηση» σε όλα αυτά. Η συνθήκη είναι φανερή και αναγνωρίσιμη. Καθένας, στο συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό μονοπρόσωπων νοικοκυριών ή οικογενειών, στριμώχνεται οικονομικά για τους ίδιους ή διαφορετικούς λόγους. Αρκεί να αφουγκραζόμαστε τι συμβαίνει, να μας απασχολεί πώς ζουν οι άνθρωποι δίπλα μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η γυναίκα που δεν μπόρεσε εκείνο το πρωινό (ίσως και το επόμενο…) να πιει καφέ γιατί της έλειπαν 30 λεπτά, δεν αποτελεί εκκωφαντική εξαίρεση. Ποιο είναι, άραγε, το σημείο θραύσης; Το όριο που αν κανείς το υπερβεί βρίσκεται στη δίνη μιας διαρκούς ματαίωσης; Επιβιώνει έχοντας μια δουλειά που αμείβεται υποτυπωδώς, αλλά κανείς δεν ξέρει αν, έστω και αυτή, θα την έχει και αύριο (παράδειγμα, οι ταμίες των καταστημάτων αντικαθίστανται σταδιακά από ταμεία αυτοεξυπηρέτησης). Θέσεις εργασίας αυτοματοποιούνται, ενώ εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης αναζητούν λύσεις προς αυτήν την κατεύθυνση.
Οταν κάθε κίνηση, όπως η ελάχιστη που είναι η αγορά ενός καφέ, εμποδίζεται ή είναι, σχεδόν, απαγορευτική, πόσες διέξοδοι, ακόμη και οι πιο μικρές και ανεπαίσθητες, απομένουν;

