Κάθε νέα ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν είναι ένα γεγονός. Εδώ και χρόνια, όποτε ανακοινώνεται ένα νέο κινηματογραφικό πρότζεκτ από τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη, πραγματοποιείται μια γενική κινητοποίηση, επιστράτευση στην ουσία, των δημοσιογράφων και των σόσιαλ μίντια, έχοντας ήδη προκαλέσει έναν κάποιο θόρυβο πολύ πριν η ταινία προβληθεί στις αίθουσες.
Θυμάμαι ακόμα το 2014, όταν το «Interstellar» ανακοινώθηκε με ένα εξαιρετικό teaser: το γνωστό πια είδος τρέιλερ της ταινίας, το οποίο όμως δεν αποκαλύπτει επί της ουσίας τίποτα, αλλά αφήνει πολλά να εννοηθούν για το περιεχόμενό της.
Ο θόρυβος που είχε προκληθεί τότε είχε να κάνει και με μια παραφιλολογία ότι το νέο φιλμ του Νόλαν θα ήταν κάτι σαν το «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» του 21ου αιώνα.
Δεν ήταν φυσικά. Ηταν κάτι άλλο. Οπως έπρεπε και να είναι δηλαδή. Κανένας δεν μπορεί να επαναλάβει το «2001» του μεγάλου Στάνλεϊ Κιούμπρικ διότι δεν υπάρχει και κανένας λόγος να το κάνει.
Η ουσία εδώ είναι ότι, με αυτά και με αυτά, το «Interstellar» προβλήθηκε στις αίθουσες μέσα σε ένα γενικό κλίμα αδημονίας και ευφορίας.
Με την «Οδύσσεια» αυτό ήταν ακόμα πιο έντονο – λογικό: όταν ο Νόλαν διασκευάζει έναν καταστατικό μύθο του δυτικού πολιτισμού, αυτό από μόνο του είναι ένα γεγονός.
Στην προκειμένη περίπτωση, μεγάλο μέρος της συζήτησης πριν καν παρουσιαστεί η ταινία ήταν ο ρόλος της μαύρης Ελένης. Η επιλογή αυτή συζητήθηκε από την αρχή και το ζήτημα αναζωπυρώθηκε πρόσφατα με την παρέμβαση του Ελον Μασκ. Ο Μασκ δεν κόπτεται φυσικά για την πραγματολογική ορθότητα της παρουσίασης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Μάλλον του είναι παγερά αδιάφορο κάτι τέτοιο.
Κόπτεται όμως για την πολιτική ορθότητα, το wokeness, τη συμπερίληψη κτλ. όπου και όταν τον βολεύει (για να καυτηριάζει όλο αυτό το σύγχρονο ρεύμα).
Αναρωτιέμαι αν τώρα που η ταινία προβάλλεται (με πολλά εισιτήρια παγκοσμίως) στέκεται κανείς στην πτυχή αυτή. Ο ρόλος της Ελένης είναι πραγματικά ασήμαντος. Εμφανίζεται ελάχιστα και ο ρόλος της περνάει σε τριτοτέταρτη μοίρα. Πολύ κακό για το τίποτα δηλαδή.
Αν η επιλογή της μαύρης Ελένης είναι κατά βάση προϊόν πολιτικής γραμμής προκειμένου η ταινία να βραβευθεί εκεί που πρέπει, η επιλογή να παρουσιαστεί ο Οδυσσέας σαν ένας καταπονημένος βετεράνος πολέμου, το πρόβλημα του οποίου δεν είναι τόσο η νοσταλγία για την πατρίδα του όσο οι τραυματικές μνήμες από τον πόλεμο, είναι επιλογή ουσίας και περιεχομένου.
Ο Νόλαν έφερε πιο κοντά τον Οδυσσέα στη σύγχρονη ψυχοσύνθεση. Τον κατέστησε πιο «δικό μας». Ο πρωτότυπος, ο ομηρικός Οδυσσέας –ας μην έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ως προς αυτό– δεν είχε την παραμικρή τύψη για όσα έπραξε στον πόλεμο. Το αντίθετο θα λέγαμε.
Εχει το ενδιαφέρον της αυτή η επιλογή του Νόλαν. Τα υπόλοιπα τα έκανε το μάρκετινγκ αιχμής που προωθεί κάθε του έργο.

