Προβλήθηκαν φωτογραφίες της στην τηλεόραση με θολωμένο πρόσωπο. Τηλεοπτικά συνεργεία καραδοκούσαν έξω από το σπίτι της. Λεπτομέρειες της δικογραφίας δημοσιεύθηκαν αφιλτράριστες με διαλόγους από τις καταθέσεις της, που τροφοδοτούσαν καθημερινά με περιεχόμενο έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, και εκπομπές στην τηλεόραση.
Το όνομά της μπορεί να μην αναφέρθηκε, είδαμε όμως την πολυκατοικία που ζούσε, ακούσαμε γείτονες να μιλούν γι’ αυτήν και το οικογενειακό της περιβάλλον. Το τραύμα της 12χρονης από τον Κολωνό, της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη, που έγινε καθημερινό σίριαλ πριν από λίγα χρόνια, γινόταν όλο και πιο βαθύ.
Δεν ήταν φυσικά η πρώτη φορά που το ανθρώπινο δράμα, ο ανείπωτος πόνος κρεμιέται σε κοινή θέα. Ούτε και η τελευταία. Οσο πιο σκληρή η κακοποίηση, σεξουαλική, σωματική, συναισθηματική, όσο πιο ωμή η βία και ψυχρό το έγκλημα, τόσο πιο αμείωτο είναι το ενδιαφέρον για την παραμικρή λεπτομέρεια. Η ανθρωποφαγία συνεχίζεται σε κάθε ευκαιρία, οι πρωταγωνιστές αλλάζουν, κάθε μέρα προσφέρει διαφορετικό «μενού», που το κοινό καταναλώνει ανεξέλεγκτα, ανεύθυνα, με απάθεια.
Σε μια εποχή που η βία εύκολα γίνεται αστραπιαία γνωστή μέσα από δεκάδες κανάλια ψηφιακά και άλλα, πού μπαίνει το όριο;
Σήμερα, η δολοφονία του γνωστού ποινικολόγου και οι δύο 16χρονες κόρες του, που έχασαν με τόσο άγριο τρόπο τον πατέρα τους, είναι το γεγονός που προσφέρει άφθονο υλικό για κανιβαλισμό. Ορισμένοι δημοσιογράφοι κρίνουν ότι πρέπει να γνωρίζουμε όλα τα μακάβρια στοιχεία. Πώς είναι η σκηνή του εγκλήματος, πού βρέθηκε η σορός του δικηγόρου, τι φορούσε. Τηλεοπτικοί σταθμοί προβάλλουν βίντεο και φωτογραφίες με τις τελευταίες του κινήσεις. Και προτού καν η αστυνομία συγκεντρώσει βασικά κομμάτια της έρευνας, διαρρέει υλικό από την προανάκριση, σενάρια για τα κίνητρα της δολοφονίας, αναλύσεις για την προσωπική ζωή του θύματος. Ολα αυτά πασπαλισμένα με μισόλογα και υπόνοιες.
Ελάχιστοι σκέφτονται τα δύο 16χρονα κορίτσια, δύο έφηβες σοκαρισμένες από την αιφνίδια απώλεια, από την αγριότητα της δολοφονίας του πατέρα τους. Δύο κορίτσια με ψυχισμούς ανεπανόρθωτα τραυματισμένους.
Σε μια εποχή που η βία εύκολα γίνεται αστραπιαία γνωστή μέσα από δεκάδες κανάλια ψηφιακά και άλλα, πού μπαίνει το όριο; Πόσες λεπτομέρειες είναι αρκετές; Πότε σταματάει η κατανάλωση της οδύνης, πόσα γράφουμε, πόσα προβάλλουμε και πόσα κρύβουμε; Πότε παύει να αποτελεί άλλοθι το «στο όνομα της ενημέρωσης»; Το έγκλημα δεν είναι προϊόν για καθημερινή κατανάλωση, μας εξοικειώνει με το τέρας, μας παραλύει, μας απευαισθητοποιεί.

