Μέχρις ενός σημείου ήλπιζα πως θα το βάλει στην τσάντα και θα αφοσιωθεί στην ταινία. Μπορεί να έχει άρρωστο στο σπίτι, αφεντικό που την πιέζει, σκέφτηκα. Η οθόνη έδειχνε τις πρώτες σκηνές από το αριστούργημα του Μπέλα Ταρ «Οι Αρμονίες Βερκμάιστερ» και η διπλανή μου κατρακυλούσε σε κάτι σαν απογοήτευση για τη βραδύτητα της ουγγρικής πρωτοπορίας. Μα καλά δεν ήξερε πού ερχόταν;
Η ταινία προχωρούσε με τον δικό της αργό ρυθμό, προσφέροντας ποίηση και παρηγοριά. Ενιωθα μια λύπηση για τη διπλανή μου, που δεν μπορούσε να απολαύσει το βάλσαμο. Την κοίταξα με το βλέμμα που έχω για τους ανθρώπους που δεν ξέρουν το συμφέρον τους. Εβαζε λίγο μέσα το κινητό, το έβγαζε, εμφανώς δυσαρεστημένη με τον εαυτό της, το θερινό σινεμά, τα κουνούπια, τις νυχτερίδες. Δεν ήθελε να κοιτάξει το κινητό της. Το κινητό την ήλεγχε. Αν την ρωτούσες, θα σου έλεγε πως ήθελε να δει όλες τις ταινίες του Μπέλα Ταρ και να διαβάσει όλα τα βιβλία που αποτέλεσαν τη βάση τους. Το κινητό το κοίταζε όπως πίνει ο πότης έπειτα από μερικά ποτήρια. Απλώς για να πιει, καμία απόλαυση.
Κάποια στιγμή δεν άντεξα, της είπα πως με ενοχλεί. Πως βρίσκω αντικοινωνική τη συμπεριφορά της. Σιγανά τα είπα όλ’ αυτά. Δεν είπα τη λέξη λυπηρό. Τη σκέφτηκα, όμως. Ηθελα να πω «είναι λυπηρό να θέλεις και να μην μπορείς να συγκεντρωθείς». Δεν είμαι εγώ καλύτερη από αυτήν. Δεν είμαι καμία που έχει τα πράγματα υπό έλεγχο. Ούτε καν. Απλώς ήθελα να με ρουφήξει η ταινία, να ξεχάσω τα προβλήματά μου.
Αντίστοιχες φανταστικές συζητήσεις έχω στο μυαλό μου με τους συνταξιούχους σε μία καγκούρικη καφετέρια κοντά στο σπίτι μου. Νωρίς το πρωί σκρολάρουν και δεν σηκώνουν κεφάλι. Μερικοί βλέπουν κανονικά facebook σαν να μην υπάρχει τίποτα γύρω τους και ρουφάνε τον φρέντο καπουτσίνο. Κάθονται και μαλώνουν κάτω από αναρτήσεις. Είναι χοντρικά δέκα η ώρα το πρωί κι έχουν σηκώσει πίεση με το τίποτα. Εν τω μεταξύ, οι μέσες ηλικίες – νεότεροι δεν μαλώνουμε, αλλά νιώθουμε πως τα κάνουμε όλα λάθος. Υπάρχει εφαρμογή για τις ανάσες, το περπάτημα, την περίοδο, το κολύμπι, την πρόσληψη τροφής. Επιτηρούμε, καταγράφουμε και μαλώνουμε τον εαυτό μας – μονίμως ανεπαρκής.
Τι νόμιζε ότι χάνει η κοπέλα στην πιτσαρία της Βαλτετσίου που κοίταζε το κινητό της ενώ η φίλη της τής μιλούσε; Οι πίτσες και οι μπίρες ανέγγιχτες στη μέση μαράγκιαζαν, ζεσταίνονταν, έχαναν την υφή τους, αλλά η κοπέλα δεν άφηνε το κινητό κάτω, γιατί κάτι συνταρακτικό συνέβαινε εκεί, το όγδοο συνταρακτικό πράγμα τα τελευταία δύο δευτερόλεπτα.
Γιατί οι άνθρωποι τσεκάρουν ψυχαναγκαστικά τρομολαγνικές, κουτσομπολίστικες ιστοσελίδες που τους επιβεβαιώνουν πως ο κόσμος είναι τάχα απαίσιο και τρομακτικό μέρος, με βία, ακραία καιρικά φαινόμενα, ξαφνικούς θανάτους και θανατηφόρα θαλάσσια σαλάχια; Παρά την εγωκεντρικότητα της εποχής, μάλλον δεν αγαπάμε πολύ τον εαυτό μας, αλλιώς δεν θα τον εκθέταμε σε τέτοιες ποσότητες αχρείαστου τρόμου, πόνου και βρώμας από τα κουτσομπολιά και την τοξικότητα. Θα συντηρούσαμε προσεκτικά την ικανότητά μας να συγκεντρωνόμαστε στα μυθιστορήματα, στις ταινίες, στα πρόσωπα των αγαπημένων μας, σ’ όλα αυτά που κάνουν τη ζωή ζωή. Θα ρωτούσαμε στα σοβαρά «τι χάνω τώρα;».

