Οσοι διέγνωσαν από νωρίς τις προθέσεις του Αλέξη Τσίπρα στο πλαίσιο του rebranding, δεν εξεπλάγησαν από την πορεία του νέου κόμματος που ίδρυσε και την ανάδειξή του σε δεύτερη πολιτική δύναμη της χώρας. Μια αντικειμενική αποτίμηση της απήχησης των υφιστάμενων πολιτικών συσχετισμών οδηγούσε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι σύντομα θα εξελισσόταν στον «έτερο πόλο».
Αναμενόμενη ήταν και η μετακίνησή του προς το Κέντρο –παρά το ριζοσπαστικό ρητορικό περιτύλιγμα– και στο πλαίσιο αυτό η διαφοροποίησή του σε συγκεκριμένα ζητήματα σηματοδοτεί την αλλαγή πλεύσης.
Χαρακτηριστικό και επίκαιρο παράδειγμα τα ιδιωτικά πανεπιστήμια –«δεν θα τα είχαμε ιδρύσει, αλλά δεν θα τα καταργήσουμε, σεβόμαστε την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ και αναγνωρίζουμε τη σημερινή πραγματικότητα φοίτησης χιλιάδων νέων σε αυτά»– όπου καθίσταται σαφές ότι η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη στοχεύει στη διείσδυση σε ένα πιο μετριοπαθές κοινό.
Είναι μια επιλογή που διαφοροποιεί τον πρώην πρωθυπουργό από τον ΣΥΡΙΖΑ και άλλα κόμματα της Αριστεράς, τα οποία εμμένουν στη μάλλον ξεπερασμένη άποψη ότι «μόνο το δημόσιο πανεπιστήμιο έχει την ικανότητα να προσφέρει γνώση και επιστήμη κοινωνικά χρήσιμη». Από την άλλη, είναι μεν βάσιμη η κριτική επισήμανση της ΕΛΑΣ να μη γίνει η χώρα «Ελντοράντο πανεπιστημιακής παραπαιδείας», ωστόσο η μετακίνηση προς τον ρεαλισμό επιβάλλει και την υπερψήφιση της αναθεώρησης του άρθρου 16.
Το βέβαιο είναι ότι η εμπειρία της διακυβέρνησης και η συνεργασία με σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα εξουσίας στην Ευρώπη λειτούργησαν ως πυξίδα για τον Αλέξη Τσίπρα, εξ ου και οι νέες θέσεις.
Το σκηνικό δυσχεραίνει για το ΠΑΣΟΚ, καθώς το οξυγόνο στον χώρο του Κέντρου λιγοστεύει και δημιουργείται ξανά ένα δίπολο. Από αυτό της Νέας Δημοκρατίας με το ΠΑΣΟΚ, που διατηρήθηκε επί 35 χρόνια και αντικαταστάθηκε τη δεκαετία της κρίσης από το Ν.Δ. – ΣΥΡΙΖΑ, περνάμε στο σημερινό Ν.Δ. – ΕΛΑΣ.
Η αντιπαράθεση Μητσοτάκη – Τσίπρα θα είναι σφοδρή. Εχει σημασία να κινηθεί σε ένα περιβάλλον όχι τοξικότητας αλλά ρεαλισμού, πρωτίστως στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, της οικονομίας, της παιδείας και της υγείας.
Λαϊκισμοί –κυβερνητική παροχολογία και μη κοστολογημένες αντιπολιτευτικές υποσχέσεις– δεν υπηρετούν το μακροπρόθεσμο συμφέρον της κοινωνίας και τελικά ούτε των κομμάτων.
Τη μορφή που θα έχει το πολιτικό σκηνικό της χώρας τα επόμενα χρόνια θα επηρεάσει πιθανή αδυναμία σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης η οποία θα φέρει στο προσκήνιο δύο ερωτήματα. Πρώτον, αν θα αναλάβει το ΠΑΣΟΚ κομβικό ρόλο ως εταίρος σε μια κυβέρνηση συνασπισμού και υπό ποιες προϋποθέσεις και, δεύτερον, αν ως απόρροια της εκλογικά επιτυχούς μετακίνησης της Νέας Δημοκρατίας προς το Κέντρο και της εμφάνισης του κόμματος Σαμαρά, θα δημιουργηθεί ένας συμπαγής και εκλογικά ισχυρός πόλος στα δεξιά της Ν.Δ., αλλάζοντας ριζικά τον εκλογικό χάρτη και ανοίγοντας τον δρόμο για διαφορετικά σχήματα συνεργασίας.

