Από τη συζήτηση γύρω από τη διασκευή της Οδύσσειας από τον Κρίστοφερ Νόλαν, το εξαιρετικό αφιέρωμα της «Καθημερινής» (Κυριακή 19/7/2026), και παρατηρώντας πόσοι μιλούν για την προσωπική εμπειρία τους με τον Ομηρο, μπαίνω στον πειρασμό να πω κι εγώ λίγα λόγια για τη σχέση μου με τον ποιητή και το έργο του. Οχι για να αναμετρηθώ με την ταινία του Νόλαν, την οποία δεν έχω δει, αλλά επειδή παρουσιάζεται μια ευκαιρία να συζητήσουμε για τους αρχαίους Ελληνες σε μια εποχή όπου η γνώση –το ενδιαφέρον– γι’ αυτούς λιγοστεύει με ταχύτατους ρυθμούς, από γενιά σε γενιά. Ας δούμε τη «μεγάλη εικόνα», να μη χαθούμε σε λεπτομέρειες. Συχνά, η «πύλη» προς το οικουμενικό είναι το προσωπικό. Γι’ αυτό σημειώνω το σχόλιο της παγκοσμίου φήμης κλασικίστριας Μέρι Μπερντ, όπως παρουσιάστηκε στο Times Literary Supplement και αναδημοσιεύθηκε στο αφιέρωμα της «Κ». «Η Οδύσσεια είναι το βιβλίο της ζωής μου», λέει. «Με επηρέασε καταλυτικά. Αυτό που με εκπλήσσει ακόμη, πάντως, είναι τα ερωτήματα που θέτει αυτό το έπος». Στο ίδιο αφιέρωμα, πολλοί μιλούν για την επίδραση που είχε πάνω τους το έργο. Να πω κι εγώ για τη δική μου, ταπεινή «οδύσσεια».
Μια ευκαιρία να συζητήσουμε για τους αρχαίους Ελληνες, σε μια εποχή όπου η γνώση –το ενδιαφέρον– γι’ αυτούς λιγοστεύει με ταχύ- τατους ρυθμούς.
Οταν ήρθα σε επαφή με την Οδύσσεια με είχε ήδη κερδίσει ο Ομηρος. Ηταν η Ιλιάδα που άλλαξε τη ζωή μου. Ημουν πρωτοετής φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Witwatersrand στο Γιοχάνεσμπουργκ της Ν. Αφρικής, έχοντας αποφασίσει να σπουδάσω Αγγλική φιλολογία και Μαθηματικά, για να γίνω εκπαιδευτικός. Αναζητώντας κάποια credits για να συμπληρώσω τα μαθήματα του πρώτου έτους, εκτός από Ψυχολογία επέλεξα Ελληνικά (εννοούσαν τα αρχαία, και Κλασική ζωή και σκέψη. Τα ελληνικά που γνώριζα ήταν των πρώτων δύο τριών χρόνων κοινοτικού σχολείου, όμως πίστευα ότι είχα επιλέξει εύκολο μάθημα για έναν χρόνο. Αμέσως κατάλαβα το λάθος μου: δεν γνώριζα τίποτα για τα αρχαία και η εισαγωγή στην Ιλιάδα με οδήγησε σε έναν συναρπαστικό κόσμο, με ήρωες που πάλευαν εναντίον εχθρών και (ενίοτε) συμμάχων και θεών, με τις αδυναμίες, τις αρετές και τα πάθη τους, στο πλαίσιο των αυστηρών κωδίκων της κοινωνίας τους. Με συνεπήρε η ρωμαλέα αφήγηση, σαν ποτάμι που δεν γνώριζα πού θα με πήγαινε. Πάνω απ’ όλα, όμως, με κέρδισε η ανθρωπιά των θνητών (τόσο άγνωστη για τους θεούς), κυρίως η συνάντηση του τσακισμένου βασιλιά Πριάμου με τον μακελάρη Αχιλλέα, όπου ο δεύτερος τελικά σκύβει το κεφάλι προς το μεγαλείο του επαίτη και του παραδίδει το ατιμασμένο κορμί του υιού του, Εκτορα. Παράτησα τα μαθηματικά και τις σκέψεις για τη μέση εκπαίδευση. Τα (αρχαία) ελληνικά με οδήγησαν στην Ελλάδα και, απ’ εκεί, στη δημοσιογραφία. Γι’ αυτό πιστεύω πως εάν ο Νόλαν μεταφέρει κάτι από το μεγαλείο και την αλήθεια του Ομήρου, ίσως κατά τύχη, νέοι άνθρωποι θελήσουν να γνωρίσουν και να μυηθούν στον μοναδικό αρχαίο κόσμο των Ελλήνων.

