Ποιος τιμάριθμος;

2' 32" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Οταν ο τιμάριθμος έτρεχε με 4,4% τον Ιούνιο, όσα νοικοκυριά ξόδευαν όλο το εισόδημά τους για να ζήσουν επιβαρύνονταν πολύ περισσότερο από εκείνα που, έχοντας διπλάσιο ή τετραπλάσιο εισόδημα, ξόδευαν το ίδιο απόλυτο ποσό –που, όμως, αναλογούσε στο 50% ή στο 25% του συνολικού τους εισοδήματος– και αποταμίευαν ή επένδυαν το υπόλοιπο. Κι εκείνα τα νοικοκυριά που έμεναν στο νοίκι, επειδή το κόστος της στέγασης –λόγω κυρίως της μεγάλης ανόδου των ενοικίων– έτρεχε με 10,6%, επιβαρύνονταν πολύ περισσότερο από τα νοικοκυριά που διέθεταν ιδιόκτητη στέγη. Είναι κοινός τόπος: Ο τιμάριθμος δεν επιφέρει την ίδια επιβάρυνση σε όλους. Αυτή η πραγματικότητα συσκοτίζεται επειδή καταρτίζεται ένας τιμάριθμος με βάση ένα καλάθι προϊόντων κοινό για φτωχούς και πλούσιους, νέους και ηλικιωμένους, παρότι η κατανάλωση διαφέρει έως πάρα πολύ ανάλογα με τα δημογραφικά και τα εισοδηματικά χαρακτηριστικά των κοινωνικών ομάδων. Παρότι, επίσης, η ακρίβεια στα είδη ευρείας κατανάλωσης –που, στην πράξη, απορροφούν το σύνολο του εισοδήματος της πλειονότητας των λαϊκών νοικοκυριών– κατά κανόνα είναι πολύ μεγαλύτερη από τη μέση ακρίβεια που αποτυπώνεται στον τιμάριθμο της ΕΛΣΤΑΤ ή της Eurostat.

Προκειμένου να ανιχνεύονται οι επιπτώσεις της ακρίβειας στις διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες, σε αρκετές χώρες καταρτίζονται επιμέρους τιμάριθμοι, με βάση διαφορετικά καλάθια κατανάλωσης για διαφορετικές ομάδες του πληθυσμού. Πρωτοπορούν η Βρετανία και η Νέα Ζηλανδία, που σε τακτά διαστήματα δημοσιεύουν ειδικούς τιμαρίθμους για τους φτωχότερους, για τους συνταξιούχους, για αυτούς που κατοικούν στο νοίκι κ.λπ. Επίσης, περιοδικές έρευνες επί του θέματος γίνονται σε πολιτείες των ΗΠΑ, στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία και την Ισπανία.

Πριν διαφωνήσουμε στο διά ταύτα, ας συμφωνήσουμε στα δεδομένα.

Θα ήταν σημαντικό να τις μιμηθούμε. Η ΕΛΣΤΑΤ να καταρτίσει διαφοροποιημένους τιμαρίθμους, που θα μετρούν την πραγματική επιβάρυνση του κόστους ζωής σε μεγάλες κοινωνικές ομάδες με διαφορετικά δημογραφικά και εισοδηματικά χαρακτηριστικά, προσφέροντας ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο επεξεργασίας στοχευμένων πολιτικών. Και θα βοηθούσε πολύ σε αυτήν την κατεύθυνση αν η Τράπεζα της Ελλάδος, που διαθέτει το επιστημονικό δυναμικό, έκανε περιοδικά σχετικές έρευνες που θα αποτύπωναν με ακρίβεια την εικόνα της πραγματικής κατάστασης. Το ερώτημα είναι αν όντως θέλουμε να γνωρίζουμε τα πραγματικά δεδομένα. Ή προτιμάμε να ρητορεύουμε στο όνομά τους. Παράδειγμα, η συζήτηση που έρχεται και επανέρχεται για την κοστολόγηση των προτάσεων των κομμάτων. Θέλουμε να γνωρίζουμε το δημοσιονομικό κόστος τους; Αν ναι, ο νόμος ορίζει ότι αρμόδια είναι μια ανεξάρτητη αρχή, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο. Ομως, αυτό έχει την ευθύνη αλλά δεν έχει τα μέσα.

Αφότου το επισημάναμε, την Κυριακή 21 Ιουνίου, έγιναν κάποιες υπηρεσιακές συσκέψεις και προχώρησε η συμφωνία Συμβουλίου με ΑΑΔΕ, ώστε το Συμβούλιο να δικαιούται να αντλεί στοιχεία από την ΑΑΔΕ, για να κοστολογεί τη μία ή την άλλη πρόταση. Απομένει, όμως, να ενισχυθεί με επαρκές προσωπικό και σύγχρονες υπολογιστικές εφαρμογές. Αυτό θα έκανε μια κυβέρνηση που θα ήθελε να προχωρήσει η υπόθεση της κοστολόγησης πολιτικών, αντί να ρητορεύει για την κοστολόγησή τους από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Γιατί, απλά –σύμφωνα και με την κείμενη νομοθεσία– αυτό δεν είναι δουλειά του Γενικού Λογιστηρίου, αφού αυτό διοικείται από πολιτικό προϊστάμενο. Είναι δουλειά μιας (αμερόληπτης) ανεξάρτητης αρχής, του Δημοσιονομικού Συμβουλίου. Που θα την έκανε, αν του το επέτρεπε η κυβέρνηση.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT