Σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις η διαφθορά αναδεικνύεται το δεύτερο σημαντικότερο πρόβλημα που επισημαίνουν οι πολίτες, μετά την ακρίβεια, που είναι σταθερά το σημαντικότερο (ALCO 11.7.2026 και GPO 13.7.2026). Η εξέλιξη αυτή μπορεί να οφείλεται ή σε πραγματική όξυνση φαινομένων διαφθοράς ή σε μεγαλύτερη δημοσιότητα τέτοιων φαινομένων. Δημοσιότητα και άρα μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης προκαλούν, μεταξύ άλλων, οι συνεχιζόμενες δίκες για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Προ ημερών καταδικάστηκαν δύο στελέχη του οργανισμού σε δίκη πρώτου βαθμού στην Αθήνα και την περασμένη Τρίτη καταδικάστηκαν δύο άλλοι κατηγορούμενοι που μετείχαν στο κύκλωμα των παράνομων επιδοτήσεων, με επίκεντρο τα Γιαννιτσά Πέλλας. Ωστόσο, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και άλλες υποθέσεις διαφθοράς στο παρελθόν, όπως εκείνες που αφορούσαν εξοπλιστικά προγράμματα της χώρας ή μεγάλες δημόσιες προμήθειες (εμβόλια για τον γενικό πληθυσμό, μηχανήματα νοσοκομείων κ.ά.) ή μεγάλα δημόσια έργα ή τη χρηματοδότηση πολιτικών προσώπων και κομμάτων από ξένες εταιρείες έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι περιστατικά διαφθοράς μεγάλης κλίμακας, εμπλέκονται σε αυτά πολιτικοί προϊστάμενοι (υπουργοί, διοικητές οργανισμών) και το οικονομικό αντικείμενο είναι μεγάλο. Πρόκειται για τη λεγόμενη μεγάλη διαφθορά, την οποία οι πολίτες συνήθως έχουν κατά νουν απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις δημοσκοπήσεων.
Σπανίως τέτοιες γρήγορες, περιοδικές δημοσκοπήσεις εστιάζουν στη λεγόμενη μικρή ή καθημερινή διαφθορά η οποία αφορά συναλλαγές «κάτω από το τραπέζι» μεταξύ αφενός ιδιωτών και αφετέρου χαμηλόβαθμων ή μεσαίων δημοσίων υπαλλήλων. Συγκριτικά με τη μεγάλη, στη μικρή διαφθορά το οικονομικό αντικείμενο είναι πολύ μικρότερο. Για παράδειγμα, ζητούνται και δίνονται τουλάχιστον 150 ευρώ για να περάσει κανείς το τελευταίο στάδιο πρακτικής εξέτασης για απόκτηση διπλώματος οδήγησης (η λεγόμενη «πορεία» σε πραγματικές συνθήκες κυκλοφορίας). Αυτή είναι μάλλον μια κοινή εμπειρία διαφθοράς, οικεία επί δεκαετίες τώρα, σε εκατοντάδες χιλιάδες υποψηφίους οδηγούς. Παρομοίως, γνωρίζουμε από εγκληματολογικές έρευνες και από περιστατικά που δημοσιοποιούνται, ότι σε κάποια δημόσια νοσοκομεία υπάρχουν φαινόμενα χρηματισμού για μικρές και μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις. Μόλις τον προηγούμενο μήνα η υπόθεση διαφθοράς στην Πολεοδομία Κηφισιάς δεν προκάλεσε έκπληξη σε οποιονδήποτε έχει προσπαθήσει να κτίσει σπίτι ή να απαλλάξει οικόπεδο από κάποια δέσμευση που έχουν επιβάλει οι τοπικές αρχές.
Εξίσου καταδικαστέα με τη μεγάλη, η μικρή διαφθορά προσελκύει μικρότερη δημοσιότητα. Αλλά υποσκάπτει και αυτή τα αξιακά θεμέλια της δημοκρατίας, όπως είναι η ισονομία ως προς τη μεταχείριση των πολιτών από το κράτος και η πολιτική νομιμοποίηση των κυβερνώντων. Η μικρή διαφορά ευθύνεται και για την οικονομική αναποτελεσματικότητα, αυξάνοντας αδικαιολόγητα το κόστος διαφόρων εγχειρημάτων των πολιτών. Τα πολλά περιστατικά μικρής διαφθοράς προστίθενται το ένα στο άλλο, επιφέροντας έτσι σωρευτικό αρνητικό αποτέλεσμα για τη δημοκρατία και την οικονομία. Εφόσον είναι διάχυτη παντού και δεν είναι περιστασιακή, αλλά συχνότατη, η μικρή διαφθορά καταλήγει να είναι μεγάλη.
Οσο περισσότερο ψηφιοποιούνται οι συναλλαγές, τόσο το καλύτερο για όλους.
Τα όρια ανάμεσα στη μεγάλη και τη μικρή διαφθορά είναι μερικές φορές δυσδιάκριτα, αλλά οι αιτίες τους δεν είναι, γιατί εμφανώς διαφέρουν. Στις σύγχρονες δημοκρατίες η μεγάλη διαφθορά συνδέεται με την ανάγκη για πολιτικό χρήμα. Η ίδρυση, λειτουργία και συμμετοχή ενός κόμματος στις εκλογές κοστίζουν πολλά χρήματα. Το ίδιο και η προεκλογική εκστρατεία ενός υποψήφιου βουλευτή, όταν η εκλογή γίνεται με σταυρό προτίμησης, ιδίως σε πολυεδρικές περιφέρειες. Οι αδιαφανείς τριγωνικές σχέσεις κομμάτων – ΜΜΕ – ιδιωτικών επιχειρήσεων, σε εθνικό αλλά και σε τοπικό επίπεδο, βρίσκονται στη βάση της αναπαραγωγής της μεγάλης διαφθοράς. Από την άλλη μεριά, η μικρή διαφθορά οφείλεται σε πολλούς λόγους. Μεταξύ αυτών είναι οι σχετικά χαμηλοί μισθοί των εμπλεκόμενων δημοσίων υπαλλήλων και η πολυνομία και κακονομία, τις οποίες οι πολίτες προσπαθούν να υπερβούν προσφεύγοντας σε αρμόδιους υπαλλήλους. Πρόσθετοι λόγοι είναι αφενός η πίεση πάνω στους εξυπηρετούμενους πολίτες εκ μέρους ακόμη και καλοπληρωμένων υπαλλήλων σε ένα πλαίσιο ανοχής των συναδέλφων τους και των πολιτικών προϊσταμένων τους, αλλά και ουσιαστικής ατιμωρησίας όσων έχουν συλληφθεί να χρηματίζονται, αφού συχνά ανακύπτουν δυσκολίες τεκμηρίωσης των κατηγοριών, και αφετέρου ευρύτερα εμπεδωμένες νοοτροπίες και συμπεριφορές.
Πράγματι, η πιο απαισιόδοξη από τις ερμηνείες της μικρής διαφθοράς ισχυρίζεται ότι αυτή δεν καταπολεμάται γιατί αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης «κουλτούρας διαφθοράς». Με όρους των κοινωνικών επιστημών, έχει «κανονικοποιηθεί». Θεωρείται κάτι το φυσικό, καθώς τόσο οι ιδιώτες που προσφέρουν μικρά δώρα όσο και οι δημόσιοι υπάλληλοι που τα αποδέχονται, για διαφορετικούς λόγους, μένουν ικανοποιημένοι από αυτήν την πολιτισμική πρακτική. Και ως γνωστόν, η μεταβολή των πολιτισμικών πρακτικών ακολουθεί, συνήθως αργοπορημένα, τις τεχνολογικές, οικονομικές και θεσμικές μεταβολές. Μια λιγότερο απαισιόδοξη άποψη θεωρεί το πρόβλημα πολυπαραγοντικό. Τονίζει την ανάγκη ταυτόχρονων παρεμβάσεων, με σκοπό την καταπολέμηση της διαφθοράς στα σχολεία με διαπαιδαγώγηση των μαθητών, στα ΜΜΕ με ενημέρωση των πολιτών, στις προσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων με επέκταση της διαφάνειας και της αξιοκρατίας, στη μείωση της γραφειοκρατίας έτσι ώστε οι ιδιώτες να μην έχουν κίνητρο να ζητούν εξυπηρετήσεις από τους υπαλλήλους και στην απαρέγκλιτη εφαρμογή των σχετικών κυρώσεων του ποινικού και –για τους υπαλλήλους– του πειθαρχικού δικαίου. Στις γενικά σωστές αυτές λύσεις πρέπει να προστεθεί και η δοκιμασμένη λύση της αποκοπής της φυσικής επικοινωνίας μεταξύ δυνητικών δωροδοκούντων και δωροδοκουμένων. Οσο περισσότερο ψηφιοποιούνται οι συναλλαγές με την εφορία τόσο το καλύτερο για όλους. Είναι προφανώς δύσκολο να ψηφιοποιηθούν οι συναλλαγές στις πολεοδομίες και στα δημόσια νοσοκομεία. Σε αυτές και άλλες περιπτώσεις απαιτείται κινητοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών που, με τη σειρά τους όμως, δεν πρόκειται να δείξουν μεγάλο ζήλο, αν δεν πεισθούν ότι υπάρχει επίμονη και σταθερή πολιτική βούληση καταπολέμησης της μικρής διαφθοράς.
*Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης.

