Ο Αντρέ Μαλρό είχε γράψει πως το έργο τέχνης επιβιώνει μέσα από τις μεταμορφώσεις του. Ποιες είναι αυτές; Θα μπορούσε να είναι για τη λογοτεχνία η μετάφραση σε μια άλλη γλώσσα, η μεταφορά στον κινηματογράφο ή ακόμη και η μετατροπή του σε έναν συλλογικό μύθο, ο οποίος έχει αυτονομηθεί από το πρωτότυπο έργο που τον γέννησε. Ο ίδιος ο Μαλρό προχώρησε τη θεωρία του στα άκρα. Ως υπουργός Πολιτισμού είχε στείλει την Αφροδίτη της Μήλου σε κάποια καλλιστεία, αν δεν κάνω λάθος, στο Τόκιο. Εκτοτε άρχισε η σταδιοδρομία της ως παγκόσμιας σταρ της τέχνης. Με αποτέλεσμα σήμερα να είναι μαζί με την «Τζοκόντα» τα έργα του Λούβρου που έχουν τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα. Τα γράφω αυτά με αφορμή τη φασαρία που έχει ξεσηκώσει η προβολή της «Οδύσσειας» του Νόλαν. Με κίνδυνο να διαψεύσω τον εαυτό μου που κατέκρινα ως απόπειρα εξημέρωσης από την πολιτική ορθότητα τη μαύρη του Ελένη, εντέλει σκέφτομαι ότι έχει ενδιαφέρον ότι ο Ομηρος και η «Οδύσσειά» του γίνονται ταινία που απευθύνεται στο μεγάλο κοινό. Δεν έχω δει την ταινία και δεν ξέρω αν θα τη δω, οπότε μπορώ ακόμη και σήμερα να διατηρώ τις επιφυλάξεις μου. Ομως δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει το γεγονός ότι ένα κλασικό έργο της ελληνικής και της παγκόσμιας γραμματείας, ένας πυλώνας του πολιτισμού μας, προκαλεί ακόμη το ενδιαφέρον.
Μια ταινία που έρχεται να μας υπενθυμίσει τη δύστυχη μοίρα του κλασικού πολιτισμού στον σύγχρονο κόσμο. Οταν μαθαίνεις ότι σε εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αμερικής αποκλείεται ο Ομηρος επειδή παραβαίνει τους κανόνες της πολιτικής ορθότητας, όταν διαπιστώνεις πως ο κλασικός κόσμος δεν αποτελεί πλέον απαραίτητο στοιχείο της γενικής παιδείας, όταν ο δυτικός πολιτισμός τον αντιμετωπίζει ως βάρος που δεν ξέρει πώς να το βολέψει στον πολυπολιτισμικό μας κόσμο, δεν μπορείς παρά να αντιμετωπίσεις με ανακούφιση την απόπειρα του Νόλαν. Αυτά τα μεγάλα έργα που τα αντιμετωπίζουμε πλέον μόνον ως αντικείμενα επιστημονικής ερεύνης –«για δες πώς ήταν κάποτε οι άνθρωποι και τι σκέφτονταν»– επιβίωσαν μέσα στους αιώνες επειδή οργάνωναν τη συλλογική ευαισθησία. Σήμερα οι περισσότεροι, ακόμη και όσοι τα διδάσκουν στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, πιστεύουν πως ο πόλεμος έχει χαθεί. Και δίνουν μάχες οπισθοφυλακής ελπίζοντας στην επιβίωσή τους. Δεν έχουν άδικο. Ομως, απόπειρες σαν αυτή του Νόλαν αποδεικνύουν ότι οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες εξακολουθούν να στοιχειώνουν τη φαντασία μας και ότι η περιέργεια του Οδυσσέα που τον παγίδευσε στις περιπλανήσεις του γονιμοποίησε έναν ολόκληρο πολιτισμό. Οσο για τη «μαύρη Ελένη», ας την αποδώσουμε στον υπερβάλλοντα ζήλο του Νόλαν. Διότι όπως είναι σίγουρο ότι δεν υπήρξαν οι Κύκλωπες, άλλο τόσο είναι πως η Σπαρτιάτισσα Ελένη ανήκε στη λευκή φυλή.

