
Το αίτημα για τη διαλεύκανση του εγκλήματος της Marfin κάθε άλλο παρά πάνδημο και επιτακτικό υπήρξε τα τελευταία 16 χρόνια. Η ζωή εν πολλοίς προχώρησε και οι νεκροί της Marfin καταχωρίστηκαν στη συνείδηση των περισσοτέρων ως μια θλιβερή έκφανση της ταραχώδους πρώιμης μνημονιακής εποχής. Ο θάνατός τους νοήθηκε σχεδόν σαν ένα είδος επιβεβλημένης θυσίας για την εκτόνωση του πλήθους. Ο σχολιασμός του εγκλήματος ενείχε δε και τον κίνδυνο του στιγματισμού: να θεωρηθεί ο σχολιαστής πολέμιος της αγανακτισμένης επανάστασης, «εγκάθετος» του συστήματος. Μέρος της Αριστεράς, μάλιστα, φρόντισε να μετατρέψει την ανάμνηση της Marfin σε κωδικοποιημένη ειρωνεία: το περίφημο «ναι, αλλά για τη Marfin δεν λέτε» ήταν μια μέθοδος γραφικοποίησης όσων επέμεναν να αναδεικνύουν το ζήτημα, κόντρα στο εξυπηρετικό αφήγημα πως επρόκειτο για μπαγιάτικα νέα. Παράλληλα καλλιεργήθηκε και η συνωμοσιολογική πεποίθηση πως το έγκλημα ήταν προβοκάτσια: «Γιατί δεν έχουν πιαστεί οι ένοχοι;», ρωτούσαν με νόημα όσοι κατά βάθος έτρεμαν το ενδεχόμενο· «επειδή το κράτος πυρπόλησε τη Marfin», απαντούσαν μόνοι τους. Αλλοι πάλι μετέτρεψαν τη συνωμοσιολογία σε σοφιστεία: «Οι άνθρωποι χάθηκαν επειδή η εργοδοσία δεν τους προστάτευσε αρκετά».
Παράλογη λύπη
Σε έναν δημοκρατικό πολίτη, η ανάσυρση της υπόθεσης από τα βάθη της ερευνητικής ακινησίας θα έπρεπε να εμπνέει ελπίδα για απόδοση δικαιοσύνης. Τα αντικειμενικά κωλύματα που συναντάει η έρευνα είναι μεν σημαντικά (πάροδος πολλών ετών, απώλεια στοιχείων κ.λπ.), αλλά σημαντικός είναι και ο αντικειμενικός στόχος της: να βρεθούν οι δολοφόνοι και να τιμωρηθούν. Είναι, λοιπόν, άξιο απορίας πώς αντί να ξεσηκώσει αντιδράσεις χαράς, η είδηση της σύλληψης τριών υπόπτων για το έγκλημα βύθισε τόσους ανθρώπους σε βαθιά στενοχώρια. Τα στοιχεία είναι αστεία, καταγγέλλουν πολλοί· αν είναι δυνατόν να συλλαμβάνονται άνθρωποι επί τη βάσει του σακιδίου που κουβαλούσαν κάποτε ή του βαδίσματός τους! Τα στοιχεία μπορεί πράγματι να είναι ελλιπή και να μην οδηγήσουν καν σε δίκη, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Σε πόσες, όμως, από τις περιπτώσεις αυτές έχουν διατυπωθεί τόσες ενστάσεις για την πληρότητα των στοιχείων; Γιατί τόσος ζήλος, πολιτικού τύπου μάλιστα, ειδικά για τους φερόμενους ως δράστες του εγκλήματος της Marfin;
Αυτοί που προδίδονται
Το ειδικό ενδιαφέρον συγκεκριμένων πολιτικών χώρων για τους συλληφθέντες δυσφημεί τους συλληφθέντες και «καρφώνει» τους πολιτικούς χώρους. Το να έχουν πιάσει οι Αρχές τα λάθος άτομα είναι βέβαια πιθανό. Το να δείχνουν, όμως, τέτοια στήριξη σε τρία τυχαία άτομα οι χώροι απ’ όπου μάλλον προέρχονται οι πραγματικοί δράστες είναι ελαφρώς ύποπτο. Υπάρχει εδώ μια προφανής αντίφαση: Από τη μία, η ακροαριστερά του ένοπλου αγώνα αρνείται τη συμμετοχή της σε ένα από τα πιο δηλωτικά του οράματός της συμβάντα των τελευταίων ετών («φωτιά στις τράπεζες, στο κεφάλαιο και σε όσους το στηρίζουν»). Από την άλλη, δεν αποστασιοποιείται από τους υπόπτους· προδίδει τη συμπάθειά της μέσω της στήριξής της και κάπως έτσι προδίδει και τη συνάφειά της με αυτούς. Οι ύποπτοι κακώς είναι ύποπτοι· το «ελληνικό FBI» είναι φαιδρό και λέει ψέματα, υποστηρίζει η κινηματική πλευρά. Επομένως δεν την ενοχλεί η επάρκεια των στοιχείων, αλλά η ανεπάρκεια εκείνου που τα επικαλείται. Και καλύτερα στοιχεία να είχαν οι Αρχές στη διάθεσή τους, πάλι προβληματικά θα κρίνονταν. Η Αστυνομία αδυνατεί εξ ορισμού να έχει δίκιο και η Αριστερά αδυνατεί εξ ορισμού να φταίει σε οτιδήποτε.
Αντικυβερνητικός παροξυσμός
Το θέμα, όμως, δεν είναι μόνο ιδεολογικό. Δεν είναι μόνο το αριστερό μίσος και το δόγμα της καλής αριστερής βίας που στρέφονται ενάντια στην αποκάλυψη των δολοφόνων. Η δυσανεξία απέναντι στο ενδεχόμενο να εξιχνιαστεί το έγκλημα συνδέεται και με το ευρύτερο αντικυβερνητικό πνεύμα που έχει καταλάβει μεγάλο μέρος της κοινωνίας τα τελευταία χρόνια (δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα). Το σκεπτικό είναι πως οτιδήποτε μπορεί να βελτιώσει την εικόνα της κυβέρνησης, οποιαδήποτε υπόνοια πως το κράτος κάτι κάνει σωστά (ακόμη κι αν το σωστό δεν έχει άμεση σχέση με την εκτελεστική εξουσία), πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν προϊόν απάτης, διαφορετικά ίσως ξεπλύνει τις ευθύνες της Ν.Δ. σε κάποιον άλλο τομέα. Επιπλέον, το έγκλημα της Marfin δεν έχει χαρακτηριστικά που ερεθίζουν τη λαϊκή ψυχή: τα θύματα εργάζονταν, δεν συμμετείχαν στη διαδήλωση, εκπροσωπούσαν μια αντιεπαναστατική συμβατικότητα. Η δικαίωσή τους μοιάζει, λοιπόν, με δικαίωση της «κανονικότητας» που η κυβέρνηση μετέτρεψε σε πολιτικό αλλά και πολιτισμικό ατού της.
Εχει η πονηριά αξία;
Θα μπορούσε η Ν.Δ. να εργαλειοποιήσει την υπόθεση της Marfin; Ασφαλώς. Ισως και να το έχει ήδη κάνει. Τα «νέα στοιχεία» που εμφανίζονται ως διά μαγείας μετά από 16 χρόνια αδράνειας, και μάλιστα σε μια συγκυρία που βρίσκει τη δημόσια ζωή κατάστικτη από (αντι)τρομοκρατικές αναφορές, εγείρουν αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον είναι πραγματικά νέα στοιχεία και όχι όπλα φυλαγμένα για ώρα πολιτικής ανάγκης. Κι αυτή η πιθανολογούμενη χρησιμοθηρία όμως είναι ασήμαντη εντός της μεγάλης εικόνας. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, αλλά και η καθυστέρηση των μέσων δεν ακυρώνει τον σκοπό.

