Ενα μεσημέρι των ’80s

2' 1" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Μόλις ξύπνησα και χουζουρεύω. Τα σεντόνια μυρίζουν μαλακτικό πράσινο μήλο. Αν και είναι αργά, θέλω να κοιμηθώ κι άλλο, όμως μια σειρά θορύβων δεν με αφήνουν. Πηγή τους είναι η κουζίνα. Η μαμά και η γιαγιά παλεύουν πάλι με τα κατσαρολικά! Εχουν βάλει στον φούρνο γεμιστά, με μπόλικους κρεμμυδοντολμάδες σφηνωμένους ανάμεσα στις ντομάτες, στις πιπεριές και στις μελιτζάνες, και τώρα ετοιμάζουν γλυκό, με μπισκότα πτι μπερ, κρέμα και ζελέ φράουλα. Ευτυχώς είναι ήδη μεσημεράκι, οπότε μάλλον θα γλιτώσω το πρωινό. Εχω μπουχτίσει αυτό το γάλα με Hemo…

Η αδελφή μου, στο διπλανό κρεβάτι, έχει επίσης ξυπνήσει. Διαβάζει το «Σούπερ Σεραφίνο» της. Σκοτωθήκαμε χθες. Μαλλί με μαλλί πιαστήκαμε. Εβαλε τις φωνές η μαμά, μπήκε στη μέση να μας χωρίσει, ο μπαμπάς μάς κατσάδιασε, κουβέντα δεν έχουμε ανταλλάξει. Δεν ήταν χωρίς λόγο. Της είχα πει να μην ακουμπήσει την καινούργια 90άρα TDK κασέτα μου. Σχεδόν χίλιες δραχμές έδωσα στο βιντεοκλάμπ για να μου γράψουν τα αγαπημένα μου τραγούδια. Εκείνη έβαλε να την ακούσει και το κασετόφωνο τη μάσησε. Τη βρήκα σε κακό χάλι. Οχι την αδελφή μου, την κασέτα. Με ένα μολύβι έβαλα την ταινία στη θέση της, αλλά το «Urgent» των Foreigner είχε πληγωθεί ανεπανόρθωτα.

Βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε, να φύγουμε. Δεν ξέραμε τότε πως αυτά που ανυπομονούσαμε να αφήσουμε πίσω ήταν εκείνα που θα γυρεύαμε μια ζωή.

Σήμερα, όμως, θα δώσω τόπο στην οργή. Θέλω να είμαι τύπος και… υπογραφή, όπως λέει η κ. Πόπη, οικογενειακή φίλη. Ο Αργύρης μάς έχει καλέσει στο σπίτι του παππού του, που έχει μια υπέροχη αυλή. Πάρτι! Πώς θα πείσω τον μπαμπά να με αφήσει να πάω; Τι θα φορέσω; Θα καταφέρω να μείνω λίγο παραπάνω ή θα θέλει πάλι να έρθει να με πάρει στις 10; Ούτε ένα μπλουζ δεν θα έχω προλάβει να χορέψω. Γι’ αυτό πρέπει να είμαι άψογη. Θα βοηθήσω τη μαμά να μαζέψει τα πιάτα, ίσως τα πλύνω κιόλας. Μπαίνω στην τραπεζαρία. «Καλώς την κοκόνα μου», με υποδέχεται η γιαγιά. Ανοίγω το ψυγείο. Κουνάω ελαφρά το πυρέξ με το γλυκό. «Μη βιάζεσαι, θέλει χρόνο ακόμα», λέει η μαμά.

Κι όμως, εμείς βιαζόμασταν. Να μεγαλώσουμε, να φύγουμε, να ερωτευτούμε, να ζήσουμε. Δεν ξέραμε τότε πως αυτά που ανυπομονούσαμε να αφήσουμε πίσω ήταν εκείνα που θα γυρεύαμε μια ζωή. Οπως το γλυκό της μαμάς και της γιαγιάς με το ζελέ. Το έφτιαξα πριν από λίγες μέρες, ακριβώς όπως εκείνες. Σαν κεράκι αναμμένο στη μνήμη τους. Αν –αν, λέω– μπορούν από κάπου να με βλέπουν, θα χαμογελούν…

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT