H πρώτη και κύρια προϋπόθεση για κάθε σοβαρή συζήτηση περί τεχνητής νοημοσύνης είναι να αναγνωρίσουμε ότι δεν πρόκειται για εργαλείο, και άρα όλα εξαρτώνται από τη χρήση του, αλλά για ένα νέο πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό περιβάλλον, το οποίο αλλάζει ριζικά τα πιο σταθερά ανθρωπολογικά δεδομένα. Ενα μόνο παράδειγμα αρκεί: ο άνθρωπος έχασε, μέσα τρία τέσσερα χρόνια, το αποκλειστικό προνόμιο της γλώσσας. Εχει συνομιλητές που δεν είναι άνθρωποι. Ο καθένας μας μπορεί να συζητάει καθημερινά, για ώρες με το ChatGPT, το Gemini, το DeepSeek και άλλα chatbots θεμελιωμένα στα LLM. Οι μηχανές μιλούν, όχι απλώς μιλούν, αλλά συνομιλούν, συζητούν. Κάτι παραπάνω: δεν είναι απλώς συνομιλητές, είναι συχνά σοβαρότεροι συνομιλητές από τους περισσότερους φίλους, γείτονες και συναδέλφους μας στη δουλειά. Συμβουλεύουν και καθοδηγούν για όλα τα θέματα, απαντούν σε όλα τα ερωτήματα. Ολο και περισσότεροι άνθρωποι έχουν το chatbot για στενό φίλο τους, τον φίλο στον οποίο εμπιστεύονται τα μυστικά τους! Εξάλλου τα ανθρωποειδή ρομπότ κυκλοφορούν πια ανάμεσά μας. Πόσο ανθρώπινος λοιπόν θα είναι αυτός ο νέος κόσμος;
Μέσα στη γενική φλυαρία για την Τ.Ν. ένα βαρυσήμαντο κείμενο, η εγκύκλιος Magnifica humanitas του Πάπα Λέοντος ΙΔ΄ (25 Μαΐου 2026), σε αυτό ακριβώς το ερώτημα προσπάθησε να απαντήσει, όπως δηλώνει ευθύς εξαρχής και ο υπότιτλός της: «Για την προστασία του ανθρώπινου προσώπου την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης». Η εκτενής εγκύκλιος (245 παράγραφοι) εγγράφεται στην ακολουθία της εγκυκλίου Rerum novarum (1891) του Λέοντος ΙΓ΄, συνεχιστής του οποίου διεκδικεί να είναι ο σημερινός ομώνυμός του, δηλαδή εμπνέεται και προεκτείνει την «κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας», όρο που χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο Πίος ΙΒ΄, τον Σεπτέμβριο του 1950 (στην αποστολική παραίνεση Menti Nostrae). Ευλόγως: αν το 1891 res nova ήταν η βιομηχανική επανάσταση, σήμερα είναι η Τ.Ν. Οποιος διαβάσει πράγματι την εγκύκλιο και δεν αρκεστεί σε δημοσιογραφικές πληροφορίες για αυτήν, θα διαπιστώσει ότι το μισό κείμενο αναφέρεται και συνοψίζει τις βασικές αρχές της κοινωνικής διδασκαλίας της Εκκλησίας: την οντολογική αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου, την αξία της εργασίας, πάνω από κάθε παραγωγική ή οικονομική λογική, το κοινό καλό και τον καθολικό προορισμό των αγαθών, την αλληλεγγύη, την επικουρικότητα (subsidiarity) και την κοινωνική δικαιοσύνη, την ειρήνη. Ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ μένει πιστός στην κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας, με την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει αυθεντικός ευαγγελισμός αν δεν αγγίζεις τις κοινωνικές δομές (30), ενάντια στην ταυτοτική τάση, αρκετά ισχυρή σήμερα και λίαν προσφιλή ακόμη και σε άθεους εθνικιστές, αλλά και σε μια υπερπνευματική τάση αποχής από την κοινωνική πράξη και καταφυγής σε λογής λογής προφυλαγμένους πνευματικούς μικρόκοσμους (236).
Η εγκύκλιος του Πάπα Λέοντος ΙΔ΄ «για την προστασία του ανθρώπινου προσώπου την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης».
Η εγκύκλιος επισημαίνει εξαρχής τον τεράστιο κίνδυνο που συνιστά για τη δημοκρατία η Τ.Ν., δεδομένου ότι τα κράτη απουσιάζουν ουσιαστικά από όλη αυτή την κολοσσιαία αλλαγή, η οποία είναι έργο ιδιωτών, με δύναμη ο καθένας τους υπερπολλαπλάσια από τη δύναμη πολλών κυβερνήσεων. «Η τεχνολογική ισχύς αποκτά έτσι μια όψη πρωτοφανή, ουσιαστικά ιδιωτική, και άρα όλο και πιο δύσκολο να την οριοθετήσεις, να τη ρυθμίσεις και να την προσανατολίσεις προς το κοινό καλό» (5). Ενόψει αυτού του τεράστιου κινδύνου για τη δημοκρατία και την ειρήνη, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ καλεί με αγωνία να αφοπλίσουμε την Τ.Ν., κάτι που διόλου δεν σημαίνει να αποποιηθούμε την τεχνολογία, αλλά να την εμποδίσουμε να κυριαρχήσει πάνω στο ανθρώπινο: «Αφοπλίζω την Τ.Ν. σημαίνει την αποσπώ από τη λογική του ένοπλου ανταγωνισμού που σήμερα δεν είναι μόνο στρατιωτικός, αλλά επίσης οικονομικός και γνωσιακός. […] Αφοπλίζω σημαίνει διαρρηγνύω την ισοτιμία ανάμεσα στην τεχνική ισχύ και στο δικαίωμα του κυβερνάν. […] Αυτό σημαίνει να την αποσπάσουμε από τα μονοπώλια και να την καταστήσουμε συζητήσιμη, αμφισβητήσιμη και άρα κατοικήσιμη, αποδίδοντάς την στην πολλαπλότητα των ανθρώπινων πολιτισμών και μορφών ζωής» (110).
Οι περισσότερες συζητήσεις για την παπική εγκύκλιο στον Τύπο στάθηκαν, όπως ήταν αναμενόμενο, στην πολιτική, με την ευρύτατη έννοια, πλευρά της. Θα ήθελα εδώ να σταθώ σε ένα άλλο σημείο της, που το θεωρώ κρισιμότερο. Η ιδέα που εμπνέει και καθοδηγεί την ανάπτυξη της Τ.Ν. είναι ότι ο άνθρωπος είναι ένα υλικό που πρέπει να βελτιώσουμε, χωρίς όρια, και εντέλει να υπερβούμε. Ο,τι θεωρείται όριο, η αδυναμία, τα γηρατειά, η αρρώστια και ο ίδιος ο θάνατος, πρέπει να διορθωθεί. Η εγκύκλιος, αντίθετα, υπερασπίζεται τα ανθρώπινα όρια, την ανθρώπινη αδυναμία τελικά, αυτή είναι η ουσιαστικότερη κριτική της στη βαβελική αλαζονεία της Τ.Ν. «Είναι ακριβώς μέσα στην περιορισμένη ανθρώπινη φύση που βρίσκει θέση το έλεος, η ειλικρινής έγνοια για τις ανάγκες των άλλων, η γενναιοδωρία που μας αιφνιδιάζει απρόσμενα, ακόμη και μέσα στο σκοτάδι και την αποτυχία, η πνευματική εμπειρία και η λατρεία του Θεού» (119). Και ξανά, λίγο παρακάτω: «Η περατότητα, όταν γίνεται δεκτή εν αληθεία, δεν φτωχαίνει το ανθρώπινο ον, αλλά το διανοίγει στην αναγνώριση του προσώπου του Θεού και του άλλου. Εξάλλου, επειδή ακριβώς ο άνθρωπος ζει την εμπειρία του ορίου –την τρωτότητα, τον πόνο, την αποτυχία– μπορεί να αναγνωρίσει τη δική του αξιοπρέπεια και την αξιοπρέπεια του άλλου ως απαραβίαστες. Μέσα στην ίδια αυτή εμπειρία του ορίου παραμένει ικανός να συλλάβει μια αδελφοσύνη πιο μεγάλη από τον ίδιο και να αναγνωρίσει την αδικία ως σκάνδαλο. Ο πολιτισμός και η τέχνη, όταν είναι αυθεντικά, διασώζουν αυτή τη σπίθα και εμποδίζουν να θεωρούμε το κακό φυσιολογικό» (122). Τα ανθρώπινα όρια δεν υπάρχουν για να διορθωθούν και να ξεπεραστούν, αλλά για να διαφυλάττουν την πιο βαθιά ανθρωπινότητά μας! Η humanitas είναι magnifica μόνο όταν με ταπείνωση αναγνωρίζει τα όριά της, και τότε ακριβώς είναι που μπορεί να στρέψει το βλέμμα της με ελπίδα σε κάτι που ζει πάνω από τα όρια αυτά.

