Η δολοφονία των υπαλλήλων της Marfin το 2010 υπήρξε το ειδεχθέστερο γεγονός της περιόδου των μνημονίων. Τρεις υπάλληλοι της τράπεζας τα θύματα, μαζί με το αγέννητο έμβρυο της μιας εξ αυτών. Το έγκλημά τους ήταν ότι εργάζονταν σε ημέρα γενικής απεργίας, ιερή τελετουργία του συνδικαλισμού που τον καιρό εκείνο είχε αναγορευθεί σε «επιτροπή της δημόσιας σωτηρίας», μια απομίμηση της οργάνωσης του Ροβεσπιέρου. Σε ρόλο κριτή, οι διάφοροι τιμητές της δημοκρατίας μας που εξέδιδαν τότε πιστοποιητικά πολιτικών φρονημάτων, δίκαζαν και καταδίκαζαν όσους δεν συμμετείχαν στον αγώνα κατά των μνημονίων, τους «μνημονιακούς γερμανοτσολιάδες». Η γενική απεργία για τους φαντασμένους του καιρού εκείνου ήταν κάτι σαν τα Δερβενάκια της δημοκρατίας μας. Οι απεργοσπάστες ήσαν προδότες. Και τους προδότες τη στιγμή της μάχης τούς καταδικάζεις σε θάνατο. Ως γνωστόν, οι τρομοκράτες είναι και δικαστές και εκτελεστές της ποινής που αποφασίζουν οι ίδιοι ως δικαστές. Το έγκλημα είναι ειδεχθές όχι μόνον εξαιτίας των κινήτρων που οδήγησαν σ’ αυτό, αλλά και εξαιτίας των συνθηκών που βρήκαν τον θάνατο τα τρία θύματα. Κουκουλοφόροι, κρυμμένοι μέσα στο πλήθος των διαδηλωτών, έβαλαν φωτιά στο κατάστημα της τράπεζας ενώ γνώριζαν ότι μέσα βρίσκονταν άνθρωποι οι οποίοι τους εκλιπαρούσαν να μην τους κάψουν. Μια συνάδελφός τους που σώθηκε είπε πως άκουγε τους απέξω να φωνάζουν «κάψτε τους». Λέγεται μάλιστα πως ένα μέρος του πλήθους εμπόδισε τα θύματα να βγουν από το κατάστημα καθώς και τα πυροσβεστικά οχήματα να πλησιάσουν. Το έγκλημα το κάνει ειδεχθέστερο η δειλία των δραστών του. Κρύφτηκαν μέσα στο πλήθος, προστατευμένοι απ’ την ανωνυμία, και έκτοτε εξαφανίστηκαν από προσώπου γης. Κανείς δεν διεκδίκησε τη δολοφονική ενέργεια και κανείς δεν συνελήφθη – ή μάλλον οι δύο συλλήψεις υπόπτων ακυρώθηκαν αφού κανένας από τους μάρτυρες δεν τους αναγνώρισε.
Το έγκλημα της Marfin συμπυκνώνει το πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής, την οργή που γίνεται μίσος, την απελευθερωμένη εχθροπάθεια, τη δικαίωση της βίας. Και επειδή το πνεύμα ποτέ δεν είναι αφηρημένο, ας μην ξεχάσουμε ότι ο θάνατος στην πυρά των τριών της Marfin από τους ιεροεξεταστές του αντιμνημονιακού αγώνα ήταν το αποτέλεσμα της νοοτροπίας που είχε επιβάλει τότε στην ελληνική κοινωνία η Αριστερά με τη νεοναζιστική Δεξιά. Από τη βεβαιότητα ότι η Ελλάδα ζει σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου ώς την αθώωση της χρήσης των μολότοφ και των διαφόρων εμπρηστικών μηχανισμών, τα οποία αντιμετωπίζονταν, πάντα από την Αριστερά, σαν παιχνίδια απαραίτητα για το τσίρκο της δημοκρατίας μας. Θα θυμάστε ότι υποστήριζαν πως η μεταφορά και η κατοχή μολότοφ δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα. Και βέβαια τη σοφή ρήση του κ. Τσίπρα ότι οι μολότοφ είναι πρόβλημα μόνον γι’ αυτούς που βρίσκονται απέναντί τους. Το ίδιο ισχύει και για τα πυροβόλα όπλα, όμως το μυαλό του κ. Τσίπρα δεν φτάνει τόσο μακριά.
Το έγκλημα της Marfin συμπυκνώνει το πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής, την οργή που γίνεται μίσος, την απελευθε- ρωμένη εχθροπάθεια, τη δικαίωση της βίας.
Ως γνωστόν, η ίδια αυτή Αριστερά προσπάθησε να υποβαθμίσει όσο μπορούσε το έγκλημα της Marfin. Αν μπορούσε θα το έσβηνε από τη μνήμη έστω αυτών των λίγων που απέτιαν φόρο τιμής κάθε χρόνο στα θύματα. Κάποιοι κατέστρεφαν την αναμνηστική πλάκα. Κανείς όμως δεν είχε το θάρρος να ομολογήσει ότι, ασχέτως ιδεολογικής και πολιτικής τοποθέτησης, επρόκειτο για ειδεχθές έγκλημα του οποίου οι αυτουργοί έπρεπε να τιμωρηθούν με τον ίδιο τρόπο που τιμωρήθηκαν οι δολοφόνοι του Παύλου Φύσσα. Ας προσθέσω ότι στα στοιχεία που κάνουν το έγκλημα ειδεχθές είναι και το δωρεάν της πράξης. Δεν σκότωσαν επειδή διεκδικούσαν κάτι. Σκότωσαν για να τρομοκρατήσουν. Aρα σκότωσαν για να σκοτώσουν.
Το έγκλημα της Marfin, ακόμη κι αν ελάχιστοι μιλούσαν γι’ αυτό και παρά τις προσπάθειες που κατέβαλλαν οι έστω ηθικά ενεχόμενοι να ξεχαστεί, συνέχισε να στοιχειώνει την κοινή μας ζωή ακόμη κι όταν η εχθροπάθεια του καιρού των μνημονίων είχε ενταχθεί στην κανονικότητα της καθημερινής μας ζωής. Η εχθροπάθεια δεν έσβησε ποτέ. Απλώς εθιστήκαμε σ’ αυτήν και την αποδεχθήκαμε ως φυσιολογική κατάσταση. Oσο οι δολοφόνοι παρέμεναν ασύλληπτοι, η υποψία ότι κάτι δεν πάει καλά και «κάτι μας κρύβουν» μας δηλητηρίαζε με τις θεωρίες της συνωμοσίας. Aκουσα πως ήταν προβοκάτσια της αστυνομίας. Aκουσα πως ήξεραν ποιοι είναι οι δολοφόνοι αλλά δεν τους συλλάμβαναν – για ποιο λόγο άραγε; Και μέσα στη θολούρα της συλλογικής μας συνείδησης, πολλοί συνέχιζαν να παίζουν με μολότοφ ώσπου ήρθε μια καινούργια δολοφονία, αυτή της Βάγιας Νέστορα, για να μας θυμίσει ότι δεν σκοτώνουν μόνον οι σφαίρες, αλλά και οι φλόγες. Μην ξεχνάμε ότι οι Ουκρανοί αντιμετώπιζαν με μολότοφ τα ρωσικά τεθωρακισμένα στις πόλεις. Κανονικό πολεμικό όπλο.
Ελπίζω μόνον ότι η αστυνομία αυτήν τη φορά θα έχει «δέσει» τις κατηγορίες και τα πρόσωπα. Ας ελπίσουμε ότι το δικαστήριο θα σταθεί στο ύψος του. Oμως δεν είμαι αισιόδοξος. Είμαι βέβαιος ότι οι ένοχοι, όσες αποδείξεις κι αν υπάρξουν, δεν θα αποδεχθούν την ενοχή τους και θα συνεχίσουν να φορούν τη μαντίλα της δειλίας τους. Μα είναι τόσο ποταποί; Και ποιος σας είπε ότι η ποταπότητα δεν μπορεί να είναι δολοφονική;

