Η πολιτική βία δεν είναι καινούργιο φαινόμενο στην Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία. Είναι συνομήλικη σχεδόν της Μεταπολίτευσης. Από το 1975 μέχρι σήμερα αλλάζει μορφές, δράστες, στόχους, ένταση και απολαμβάνει κυμαινόμενα επίπεδα κοινωνικής νομιμοποίησης, χωρίς όμως να εξαφανίζεται. Οι ιστορικές της μήτρες είναι διαφορετικές. Η ακροδεξιά βία της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου άντλησε από τον αντικομμουνισμό του μετεμφυλιακού κράτους, τα κατάλοιπα της δικτατορίας και την εχθρότητα απέναντι στη φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία. Η ακροαριστερή βία, αντίθετα, πάτησε πάνω στις μνήμες του Εμφυλίου, της καταστολής, της δικτατορίας, του Πολυτεχνείου, του αντιαμερικανισμού και της επαναστατικής μυθολογίας της πρώτης Μεταπολίτευσης. Η εξάρθρωση της 17Ν και οι δίκες της 17Ν και του ΕΛΑ των αρχών της δεκαετίας του 2000 έσβησαν την πρώτη γενιά τρομοκρατών, αλλά δεν έκλεισαν τον κύκλο. Η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου το 2008 και η εξέγερση που ακολούθησε λειτούργησαν ως καταλύτης για μια δεύτερη γενιά ακροαριστερής βίας: πιο αποκεντρωμένη, λιγότερο ιδεολογικά συνεκτική, πιο κοντά στον αναρχικό μηδενισμό, περισσότερο ευέλικτη ως προς τη γλώσσα, τις οργανώσεις και τα μέσα. Η δεκαετής κρίση τής έδωσε πυκνότητα. Στην έρευνα PVGR που διενεργήσαμε με τη Βασιλική Γεωργιάδου και τον Κώστα Ρουμανιά, από το 2008 έως το 2019 καταγράψαμε 2.429 επεισόδια πολιτικής βίας: 1.925 ακροαριστερής και 504 ακροδεξιάς προέλευσης. Η κρίση δεν δημιούργησε από το μηδέν την πολιτική βία. Της πρόσφερε όμως ένα αφήγημα, ευκαιρίες, ορατότητα, στόχους και ακροατήρια.
Το βασικό γνώρισμα της μετά κρίση εποχής είναι διαφορετικό. Η πολιτική βία βρίσκεται σε ύφεση. Η υποχώρησή της ευνοείται από τη βελτίωση των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, την πολιτική σταθερότητα, την αποδυνάμωση των πιο οργανωμένων εξτρεμιστικών μορφωμάτων. Σχετίζεται επίσης με τις πολιτικές πρόληψης και καταστολής, αλλά και με το γεγονός ότι αρκετοί δρώντες του χώρου έχουν πλέον ποινικό παρελθόν, εκκρεμότητες ή εμπειρία φυλάκισης. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία έγινε λιγότερο βίαιη συνολικά. Σημαίνει ότι άλλες μορφές βίας απέκτησαν μεγαλύτερη ορατότητα και πολιτική σημασία: η βία μεταξύ ανηλίκων, η ενδοοικογενειακή βία, η οπαδική βία, οι μορφές καθημερινού εκφοβισμού και επιθετικότητας που δεν εντάσσονται υποχρεωτικά σε πολιτικό σχέδιο, αλλά διαβρώνουν εξίσου την κοινωνική συνοχή.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ύφεσης, τα πρόσφατα χτυπήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Πριν από την τριπλή εμπρηστική επίθεση στη Θεσσαλονίκη, οι πιο σημαντικές ενέργειες μετά την οικονομική κρίση ήταν η βόμβα στο υπουργείο Εργασίας τον Φεβρουάριο του 2024 και η βόμβα στα γραφεία της Hellenic Train τον Απρίλιο του 2025, για τις οποίες ανέλαβε την ευθύνη η Επαναστατική Ταξική Αυτοάμυνα. Δεν πρόκειται για επιστροφή στα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας. Τα χτυπήματα αυτά όμως μας υπενθυμίζουν ότι το απόθεμα πολιτικής βίας παραμένει ενεργό και μπορεί να επανεμφανιστεί όταν βρίσκει στόχους, ευκαιρίες και αφήγημα. Το τελευταίο περιστατικό στη Θεσσαλονίκη είναι διαφορετικό, διότι συγκεντρώνει τρία στοιχεία επιχειρησιακής δεινότητας: τρία χτυπήματα σε μικρό χρονικό διάστημα, απουσία προειδοποίησης και σαφή πολιτική στόχευση εναντίον προσώπων που συνδέονται με τη Νέα Δημοκρατία. Η επίθεση δεν είχε μόνο υλική στόχευση. Είχε πολιτικό στόχο και ανθρώπινο κόστος. Αυτό την καθιστά ποιοτικά βαρύτερη.
Η κρίση δεν δημιούργησε από το μηδέν την πολιτική βία. Της πρόσφερε όμως ένα αφήγημα, ευκαιρίες, ορατότητα, στόχους και ακροατήρια.
Δύο ερωτήματα είναι κρίσιμα. Το πρώτο είναι εάν πίσω από το χτύπημα βρίσκονται νέοι ή παλαιοί πυρήνες. Εάν πρόκειται για νέους, τότε υπάρχει ένδειξη ανανέωσης και στρατολόγησης στον χώρο της ένοπλης ή εμπρηστικής βίας. Εάν πρόκειται για παλαιότερους, τότε έχουμε επανενεργοποίηση δικτύων που δεν διαλύθηκαν, αλλά περίμεναν ευνοϊκή συγκυρία. Το δεύτερο ερώτημα είναι εάν θα υπάρξει συνέχεια, από τους ίδιους ή από άλλους. Η συνέχεια θα υποδήλωνε στρατηγική κλιμάκωσης, ανταγωνισμό ορατότητας μεταξύ πολιτικά βίαιων ομάδων, πιθανή προσπάθεια ανασυγκρότησης ενός ευρύτερου βίαιου αντιεξουσιαστικού χώρου. Και τα δύο ενδεχόμενα είναι ανοιχτά. Η μακρά περίοδος ύφεσης μπορεί να λειτουργεί αποτρεπτικά. Μπορεί όμως και να έχει συσσωρεύσει μίσος, ματαίωση, ανάγκη αναγνώρισης και επιθυμία επιστροφής σε ένα παρελθόν όπου η βία έδινε σε μικρές ομάδες δυσανάλογη πολιτική ορατότητα.
Η ελληνική δημοκρατία δεν βρίσκεται σήμερα μπροστά σε κύμα πολιτικής βίας αντίστοιχο με εκείνο της κρίσης. Το φαινόμενο υπάρχει, αλλά όχι με την ίδια συχνότητα, ένταση ή κοινωνική διασπορά. Η πολιτική βία δεν εξαφανίζεται επειδή μειώνονται τα περιστατικά της. Υποχωρεί, μετασχηματίζεται, αναμένει, ανασυντάσσεται ή διαχέεται σε άλλα ρεπερτόρια. Η εργαλειοποίηση του φαινομένου είτε για αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είτε για γενικευμένη ενοχοποίηση κομμάτων της αντιπολίτευσης ελάχιστα βοηθά. Αντιθέτως, θολώνει την ανάλυση, πολώνει τη συζήτηση και συχνά προσφέρει στους βίαιους δρώντες αυτό που επιδιώκουν: πολιτική υπερέκθεση.
*Η κ. Λαμπρινή Ρόρη είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Ανάλυσης στο ΕΚΠΑ.

