Η διακηρυγμένη πρόθεση του προέδρου Τραμπ να επανεξετάσει την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 έχει δικαιολογημένα προκαλέσει μεγάλη αμηχανία στην Αθήνα. Το μαχητικό αεροσκάφος 5ης γενιάς έχει αποδείξει ότι μπορεί να διεισδύει σε περιβάλλοντα με προηγμένα συστήματα αεράμυνας, χωρίς να εντοπίζεται. Αυτό του επιτρέπει να εκτελεί αποστολές πρώτου πλήγματος και να επιβιώνει σε συνθήκες όπου τα συμβατικά μαχητικά θα είχαν απώλειες. Το F-35 επίσης δύναται να συγκεντρώνει δεδομένα και να τα προωθεί σε πολεμικά πλοία, άλλα αεροσκάφη και μη επανδρωμένα. Με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως δικτυοκεντρικός κόμβος διοίκησης, που καθιστά δυνατά πλήγματα μεγαλύτερης ακρίβειας. Δεν πρόκειται, επομένως, για ένα συνηθισμένο μαχητικό αεροσκάφος.
Κατά τη διάρκεια της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης στο Ιράν, τα F-35 εκτέλεσαν αποστολές καταστολής αεράμυνας, στοχοποιώντας ραντάρ και συστοιχίες αντιαεροπορικών πυραύλων σε βάθος. Ταυτόχρονα, ο στόλος των F-35 παρείχε στις συμμαχικές δυνάμεις ολοκληρωμένη επιχειρησιακή εικόνα του πεδίου. Στη συνέχεια, τα ισραηλινά και αμερικανικά F-35 ανέλαβαν την αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων και την προστασία μεγάλων ναυτικών μονάδων στον Κόλπο και τις παρακείμενες θάλασσες. Παρά τον προβληματισμό που προκάλεσε η αναγκαστική προσγείωση ενός αμερικανικού F-35, ύστερα από ιρανικά πυρά, η επιχειρησιακή αξία του παραμένει αδιαμφισβήτητη.
Η απόκτηση, αρχικά, είκοσι F-35 από την Ελλάδα θα έχει καταλυτική επίδραση στους συσχετισμούς ισχύος στο Αιγαίο. Σε συνδυασμό με τα Rafale και τα F16V, τα ελληνικά F-35 θα επιτρέψουν στην Πολεμική Αεροπορία να πετύχει την πολυπόθητη αεροπορική υπεροχή στην περιοχή. Τα συγκεκριμένα μαχητικά, όμως, δεν θα προσδώσουν μόνο στην Π.Α. ικανότητα ταχείας καταστολής της εχθρικής αεράμυνας, αλλά θα επιτρέψουν γενικότερα τη διεξαγωγή δικτυοκεντρικών επιχειρήσεων σε ξηρά, θάλασσα και αέρα. Η ενίσχυση της ελληνικής αποτροπής συνοδεύεται από μια δεύτερη, εξίσου κρίσιμη διάσταση: η Ελλάδα αναβαθμίζει τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ, λειτουργώντας ως πάροχος πρωτογενούς πληροφόρησης για την Ανατολική Μεσόγειο. Με άλλα λόγια, τα επόμενα 3-4 χρόνια η Αθήνα θα αποκτήσει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι του βασικού γεωπολιτικού ανταγωνιστή της.
Μετά την επιβολή των κυρώσεων CAATSA στην Τουρκία το 2020, λόγω της αγοράς των πυραύλων S-400, η ελληνική κυβέρνηση επαναπαύτηκε. Αυτό φάνηκε, εξάλλου, από τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύθηκε τη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας με τις ΗΠΑ. Τώρα η ελληνική διπλωματία δείχνει να μετακινείται σε μια πιο ήπια στάση, ζητώντας διαβεβαιώσεις ότι τα τουρκικά F-35 δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν εναντίον της Ελλάδας. Αν κάτι, ωστόσο, μας έχουν διδάξει ο πόλεμος του 1974 στην Κύπρο και οι ελληνοτουρκικές κρίσεις του 1987, του 1996 και του 2020 είναι ότι η Αγκυρα δεν δεσμεύεται ποτέ από τέτοιου είδους περιορισμούς. Αυτό θα έπρεπε να το αντιλαμβάνεται το πολιτικό προσωπικό της χώρας.
Ηδη η Ιερουσαλήμ έχει εκφράσει την αντίθεσή της στην προοπτική πώλησης F-35 στην Τουρκία. Τους επόμενους μήνες θα δοθεί σκληρή μάχη στην Ουάσιγκτον, αν τελικά η διοίκηση Τραμπ επιμείνει στο ζήτημα. Μετά την πώληση των έξι γερμανικών προηγμένων υποβρυχίων και των 40 F-16 Block 70, καθώς και την αναβάθμιση 79 τουρκικών F-16, η Ελλάδα κινδυνεύει να απολέσει τελείως το τεχνολογικό της προβάδισμα. Πρόκειται για κρίσιμο ζήτημα εθνικής ασφάλειας και αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του σημερινού πρωθυπουργού να το διατυπώσει με απόλυτη σαφήνεια προς την αμερικανική ηγεσία.
*Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.

