Ενας αγώνας δρόμου 100 μέτρων σε κάποιους ξεχασμένους Βαλκανικούς Αγώνες Στίβου στην ασπρόμαυρη τηλεόραση. Οι εφημερίδες που έφερνε ο πατέρας σπίτι. Η παραλυτική σιγαλιά τα καλοκαιρινά μεσημέρια. Ο σκληροτράχηλος χωματόδρομος που οδηγούσε στον εφηβικό μας παράδεισο. Ενα «προπολεμικό» –στα μάτια μου– χάνι με σπεσιαλιτέ κεφτέδες στη μέση του πουθενά ανεβαίνοντας τον Τυμφρηστό. Ο ήχος από τα μαχαιροπίρουνα στα μπαλκόνια της γειτονιάς τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Τα υποφωτισμένα χολ στα παλιά σπίτια. Η φωνή της Βίκυς Μοσχολιού. Τα συνταρακτικά βλέμματα των υπερηλίκων που πρόλαβα σαν παιδί – γεννημένων στα τέλη του 19ου αιώνα.
Για κάθε άνθρωπο η έννοια της πατρίδας έχει άλλο περιεχόμενο και διαφορετικές αναφορές. Εγώ την καταλαβαίνω καλύτερα σαν σκόρπιες εικόνες από το View-Master της παιδικής μου ηλικίας, της αδιαμφισβήτητης πατρίδας όλων μας. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον –κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό– όπου όλα αυτά ήταν περίπου αυτονόητα.
Οι άνθρωποι δεν φροντίζουν έναν τόπο επειδή τους το υπαγορεύει μια αφηρημένη ηθική, αλλά επειδή έχει γίνει μέρος του εσωτερικού τους κόσμου.
Καθώς ο 20ός αιώνας όλο και ξεμακραίνει –εκεί που σχηματίστηκε ο χάρτης της δικής μου πατριδογνωσίας– καταλαμβάνομαι από μια παράλογη ανησυχία: θα κληρονομήσουν τα παιδιά του 2026 αναφορές, σωματικές, ψυχικές, που θα τους συνδέουν στοιχειωδώς με τον τόπο τους; Ή μήπως ο δεσμός αυτός θα γίνεται όλο και πιο αδύναμος, αφήνοντας πίσω του μόνο κυνισμό και αδιαφορία; Και πώς όλα αυτά θα επιδράσουν στη μετέπειτα κοινωνική τους στάση;
Σκέφτομαι συχνά τον ρόλο που έπαιξαν οι δικές μου μνήμες και εμπειρίες στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον ρόλο μου ως πολίτη και αναρωτιέμαι αν ένα πιθανό έλλειμμα επαφής με πιο τοπικές αναφορές –γλώσσα, διαβάσματα, μουσικές, τόπους, μυρωδιές– θα οδηγήσει τις γενιές που ακολουθούν σε ακόμα μεγαλύτερη συλλογική απάθεια και σταδιακή απόσυρση από τη δημόσια σφαίρα.
Οχι, δεν είμαι (ελπίζω) από εκείνους που βλέποντας προς τα πίσω αντικρίζω έναν χαμένο παράδεισο και αγναντεύοντας το αύριο μαντεύω καταστροφές και χάος. Υπάρχουν πολλά που μπορεί να πει κανείς για το επίπεδο του ελληνικού δημόσιου σχολείου σήμερα – αν και δεν πιστεύω ότι το επίπεδο του σχολείου που πήγα εγώ στη δεκαετία του ’80 ήταν πολύ καλύτερο. Ούτε «ανησυχώ» (για όνομα του Θεού) επειδή τα νέα παιδιά μιλούν πολύ καλύτερα αγγλικά από αυτά που μιλούσαμε εμείς πριν από τριάντα χρόνια. Ωστόσο, αναρωτιέμαι αν θα αποκτήσουν ποτέ εκείνο το πλέγμα μικρών, αδιόρατων, σχεδόν ασήμαντων αναφορών που σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι ένας τόπος είναι δικός σου. Οχι επειδή γεννήθηκες εκεί, αλλά επειδή αυτός κατοικεί σιωπηλά μέσα σου. Μόνο τότε υπάρχει το συναισθηματικό καύσιμο για να σε νοιάζει τι γίνεται εκεί έξω. Γιατί το «έξω» είναι ήδη κομμάτι του «μέσα» σου.

