Οι μισοτελειωμένες ιστορίες

2' 11" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Εφημερίδες διαβάζουν πλέον μόνον οι άρρωστοι», γράφει ο Βούλγαρος συγγραφέας Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ στο «Ο κηπουρός και ο θάνατος» (μτφρ.: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ικαρος), βιβλίο που διατρέξαμε αυτή την εβδομάδα.

Βαριά κουβέντα. Αφοριστική, σηκώνει συζήτηση, αλλά ας μην πιάσουμε αυτό το τεράστιο και δυσάρεστο θέμα για όσους αγαπήσαμε τις εφημερίδες – γραφιάδες και αναγνώστες.

Ο Γκοσποντίνοφ προβαίνει σε αυτό τον αφορισμό βλέποντας τον βαριά άρρωστο πατέρα του να ξεκοκαλίζει την εφημερίδα που του φέρνει.

Αναρωτιέται: «Γιατί αυτοί που φεύγουν από τον κόσμο συνεχίζουν να παρακολουθούν νέα του; Μήπως για να τους είναι πιο εύκολο, λέγοντας στον εαυτό τους: φεύγω από έναν κόσμο που ούτως ή άλλως κατρακυλάει, γιατί να τον λυπηθώ;».

Μια άλλη απάντηση είναι ότι μια εφημερίδα έχει ιστορίες. Και οι αφηγήσεις είναι πάντοτε καταφύγιο. Γεννήτριες νοήματος. Υπάρχει και μια πιο πεζή απάντηση: ο άνθρωπος, είτε στην υγεία του είτε –πολύ περισσότερο– στην αρρώστια του, αρπάζεται από τη συνήθεια όπως ο ναυαγός από τη σανίδα σωτηρίας.

Είχαν ρωτήσει κάποτε τον διάσημο ηθοποιό Μόργκαν Φρίμαν τι θα έκανε αν μάθαινε ότι επίκειται το τέλος του κόσμου. «Θα πήγαινα ιστιοπλοΐα», είχε απαντήσει.

Ομολογώ τον θαύμασα. Προσωπικά, δεν θα άλλαζα τίποτε απολύτως από την καθημερινότητά μου. Η παραμικρή αλλαγή θα ήταν μια διαρκής υπενθύμιση του επικείμενου τέλους.

Ο ασθενής άνθρωπος δεν έχει αυτή την πολυτέλεια. Από τα πιο άσχημα πράγματα με το γήρας και κυρίως με την αρρώστια είναι ότι σου στερεί τις αγαπημένες σου συνήθειες. Σου ανατρέπει την «αγία κανονικότητα». Αν διασωθεί έστω και μία από τις παλαιές συνήθειες, αρπάζεσαι από αυτή σαν να ήταν η μεγαλύτερη ευλογία.

Το λέει και ο Γκοσποντίνοφ, πιο ωραία όμως: «Ισως θέλουν να ζήσουν μέχρι την τελευταία στιγμή αυτόν τον κόσμο, ακριβώς το καθημερινό που φτιάχνει τη ζωή, το ύφασμα του κόσμου, την τριβή του».

Η αρρώστια και ο θάνατος ενός πατέρα συμπίπτει συχνά με μια άλλη, πιο συλλογική, αρρώστια, έναν πιο μαζικό, συμβολικό όμως, θάνατο. Που συνιστά και αναγέννηση.

«Την ίδια στιγμή που ο πατέρας μου πεθαίνει», γράφει ο Γκοσποντίνοφ, «τριακόσια μέτρα μακριά διαλύουν το Μνημείο του Σοβετικού Στρατού. Χρειάστηκαν τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την Πτώση του Τείχους. (…) Εκείνο το σύστημα φεύγει άσχημα και αργά, έτσι άσχημα όπως έζησε». Αλλά όταν πεθαίνει ένας πατέρας, άλλα σου τρώνε την ψυχή. Προς το τέλος του βιβλίου, ο Γκοσποντίνοφ εκφράζει αυτό που μας αφορά όλους όσοι χάσαμε έναν πατέρα, μια μάνα, ένα πολύ δικό μας πρόσωπο: «Δεν ξέρω τι να κάνω με τις ιστορίες που δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω και έμειναν μισοτελειωμένες».

Τι να κάνεις· μαθαίνεις να ζεις με το ανολοκλήρωτο. Γεμίζεις τα κενά με τις δικές σου ιστορίες. Που θα μείνουν μισοτελειωμένες και αυτές για εκείνον που πιθανόν να σε διαδεχθεί.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT