Ταξιδιώτης χωρίς αποσκευές

2' 6" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Είναι στ’ αλήθεια αλλόκοτο πράγμα η απουσία. Και την ίδια στιγμή, κάτι τόσο δεδομένο. Κάποιος που προηγουμένως καθόταν σε αυτή την καρέκλα, όταν επιστρέφεις στο ίδιο σημείο, δεν είναι πια εκεί. Η καρέκλα είναι άδεια. Σηκώθηκε και έφυγε, λες. Είναι απλό.

Ναι· αλλά πού πήγε;

Το αυτονόητο γίνεται ζητούμενο όταν η απουσία, η άδεια καρέκλα, το κενό κρεβάτι, το άδειο, σιωπηλό σπίτι, αποκτούν κάτι μη αναστρέψιμο. Μια αφόρητη μονιμότητα. Αφόρητη μα και συνάμα τόσο φυσική όσο κυλά ο χρόνος: ναι, ο Χ ή η Ψ έφυγε, οπότε λογικό να είναι άδειο το σπίτι («έφυγε» όπως συνηθίζουμε να λέμε για κάποιον ή κάποια που πέθανε –άρα κάπου πήγε για να μην είναι εδώ– ναι· αλλά πού πήγε;).

Είναι αλλόκοτο πράγμα η απουσία διότι, με έναν ακόμη πιο αλλόκοτο τρόπο, συνιστά και μια παρουσία: ο άνθρωπός σου δεν υπάρχει πια, το βέβαιο είναι πως δεν είναι πια στο σπίτι ή στη δουλειά. Δεν είναι πουθενά και την ίδια στιγμή διαχέεται παντού. Σαν κύμα.

Ο Βούλγαρος συγγραφέας Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ γράφει στο «Ο κηπουρός και ο θάνατος» (μτφρ.: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ικαρος), βιβλίο που διατρέχουμε αυτή την εβδομάδα, ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Ινδία. Βρίσκεται σε έναν ψυχρό, ουδέτερο χώρο, το αεροδρόμιο, βρίσκεται σε ένα μέρος όπου δεν βρέθηκε ποτέ με τον πατέρα του. Βρίσκεται σε έναν «ανεπηρέαστο από το παρελθόν χώρο». Και ξαφνικά, στη σκέψη του ο πατέρας.

Ναι, διότι κάτι έχει αλλάξει: αυτή τη φορά δεν θα του τηλεφωνήσει λίγο πριν από την πτήση για να του ευχηθεί καλό ταξίδι. Υπάρχει αυτό το τρομακτικό κενό. Μια λεπτομέρεια, θα μου πείτε. Ναι, φυσικά, αλλά, ως γνωστόν, στις λεπτομέρειες κρύβεται ο διάβολος.

Το μη τηλεφώνημα είναι η υπενθύμιση της απουσίας. Της απουσίας που γίνεται όμως παρουσία: ο γιος κουβαλάει έως την Ινδία τον πατέρα μέσα του. Μια αδήλωτη αποσκευή που όμως βαραίνει όσο καμία άλλη.

«Ο πατέρας μου εμφανίζεται κατευθείαν, χωρίς προειδοποίηση», γράφει ο Γκοσποντίνοφ. «Τώρα πια μπορεί να ταξιδεύει μαζί μου ελεύθερα, οι ανιχνευτές δεν τον εντοπίζουν, με περιμένει όσο ελέγχουν τη βαλίτσα μου ανάβοντας ανέμελα ένα τσιγάρο (παρά τις απαγορεύσεις), περιπλανώμενος με εκείνη την κομψότητα του ταξιδιώτη χωρίς αποσκευές. Τώρα είναι η ευκαιρία του να πετάξει, να ταξιδέψει».

Το βάρος αλαφραίνει (κάπως…). Το κεντρί της βαρύτητας ατροφεί (για λίγο…). Πλέον ο γιος ταξιδεύει με ένα φυλακτό στη θέση της καρδιάς.

Ο Γκοσποντίνοφ γράφει: «Μας απομένει η παρηγοριά ότι θα ζήσουμε μόνο μια φορά τον θάνατο των γονιών μας. Για τον δικό μας θάνατο δεν μιλάω καν. Αυτόν δεν θα τον ζήσουμε ούτε μία φορά».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT