Αν υπάρχει ένα μήνυμα για την Ελλάδα από τον έρωτα Τραμπ – Ερντογάν που αναδείχθηκε με τον πλέον ηχηρό τρόπο στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, είναι ότι εισερχόμαστε σε μία περίοδο πιθανών ανατροπών, που δυνητικά θα επηρεάσουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Θα χρειαστεί ώριμη διαχείριση από την κυβέρνηση, εθνικά υπεύθυνη στάση από την αντιπολίτευση και στενή συνεργασία με τη διασπορά, για να αποφευχθεί η διολίσθηση σε ένα επικίνδυνο σκηνικό για τη χώρα μας.
Απαιτείται σχέδιο και όχι υπερβολές. Εχουμε αναβαθμίσει τους εξοπλισμούς μας στηριζόμενοι πρωτίστως στις ΗΠΑ και στη Γαλλία. Αξιοποιούμε τη συμμετοχή μας στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε., παρότι για πολλούς λόγους η στήριξη από τους δύο αυτούς οργανισμούς δεν είναι αυτή που θα επιθυμούσαμε, και επενδύουμε στις περιφερειακές συμμαχίες, όπου, προφανώς, ξεχωρίζει η σχέση με το Ισραήλ – με το οποίο εδώ και πολλά χρόνια μέσα από μία εν πολλοίς συνεπή διακομματική προσέγγιση έχουμε αναπτύξει μια εκατέρωθεν επωφελή στρατηγική σχέση.
Το στρατιωτικά πανίσχυρο Ισραήλ αποτελεί το πιο σημαντικό αντίβαρο έναντι της Τουρκίας. Εδώ θα χρειαστούν λεπτοί χειρισμοί έτσι ώστε από τη μια να αξιοποιείται ο συσχετισμός δυνάμεων και από την άλλη να αποφεύγεται η ταύτιση με πολιτικές και συμπεριφορές που η Ελλάδα δεν υιοθετεί και από τις οποίες δεν ωφελείται. Παράλληλα, δεν μπορούμε να αγνοούμε το γεγονός ότι η εικόνα του Ισραήλ στις ΗΠΑ, ακόμη και σε κέντρα αποφάσεων, έχει πληγεί.
Οχι πατριωτικές κορώνες και ελαφρά τη καρδία κριτική.
Η κινητικότητα που παρατηρείται στην αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων δείχνει ότι, παρά τις όποιες αδυναμίες του, το λεγόμενο ελληνικό λόμπι εξακολουθεί να έχει ρόλο, είτε αυτόνομα είτε σε συνεργασία κυρίως με το εβραϊκό. Ο πιο μεγάλος κίνδυνος για να αλλάξουν οι συσχετισμοί επί τα χείρω ελλοχεύει στην περίοδο μέχρι τον Ιανουάριο του 2027, όταν ο έλεγχος του Σώματος αναμένεται να περάσει στους Δημοκρατικούς.
Επιστρέφοντας στο εσωτερικό, υπάρχουν πολλά ζητήματα, από την ακρίβεια μέχρι τη διαφθορά, όπου μπορούν τα κόμματα να εστιάσουν την κριτική τους. Η ασφάλεια της χώρας, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία τής άνευ προηγουμένου ταύτισης ενός Αμερικανού προέδρου με Τούρκο ομόλογό του, δεν μπορεί να είναι το κύριο πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης. Θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις, όχι για τη Δεξιά, την Αριστερά ή το Κέντρο, αλλά για την Ελλάδα.
Ο κ. Μητσοτάκης θα κληθεί να κινηθεί σε τεντωμένο σχοινί – η χθεσινή παρέμβασή του στην Αγκυρα ήταν «τόσο όσο». Πρέπει ειλικρινά και έμπρακτα να αναζητήσει συναινέσεις και στο συγκεκριμένο θέμα πρέπει να βρει ουσιαστική ανταπόκριση, τουλάχιστον από τους κ. Τσίπρα και Ανδρουλάκη.
Οταν ο ηγέτης της υπερδύναμης διατυμπανίζει, σχεδόν προκλητικά, το πόσο φίλος είναι με τον Ερντογάν, το πόσο σημαντική σύμμαχος είναι η Τουρκία και το πώς πρέπει αυτή να υποστηριχθεί με κάθε τρόπο, καθίσταται σαφές ότι το σκηνικό είναι δύσκολο, αν όχι επικίνδυνο, και δεν προσφέρεται για πατριωτικές κορώνες και ελαφρά τη καρδία κριτική.

