Για μεγάλο αριθμό χρηστών του Διαδικτύου η στάση ενός κράτους επάνω στα μεγάλα διεθνή ζητήματα επηρεάζει και τη συμπάθεια ή την εχθρότητά τους προς την εθνική ομάδα που το εκπροσωπεί στο Μουντιάλ. Το ίδιο συμβαίνει και με κάποιους παίκτες μεγάλης ποδοσφαιρικής αξίας, οι οποίοι έχουν εκτεθεί πολιτικά με δηλώσεις ή συμπεριφορές. Ετσι, το μεγάλο ταλέντο που ακούει στο όνομα Γιαμάλ, επειδή ανέμισε τη σημαία της Παλαιστίνης σε έναν πανηγυρισμό, γνωρίζει την αποδοκιμασία από μέρος των φιλάθλων, μια αποδοκιμασία που φτάνει μέχρι την αμφισβήτηση των ικανοτήτων του μέσα στο γήπεδο. Το ίδιο, αλλά κάπως πιο συγκρατημένα, συμβαίνει με τον Μέσι, δεδηλωμένο φίλο του Ισραήλ. Οι ομάδες των κρατών που ανήκουν στον Τρίτο Κόσμο αντιμετωπίζονται με μια ιδιαίτερη συμπάθεια από μερίδα φιλάθλων με αντι-ιμπεριαλιστικά αισθήματα, ενώ αναζητούνται φάσεις που να αποδεικνύουν ότι αδικήθηκαν διότι είναι αδύναμες στις μάχες του παρασκηνίου. Φυσικά, αμφότερες οι πλευρές στέκονται με μια αμήχανη σιωπή στο γεγονός ότι σε όλες τις εθνικές ομάδες της Γηραιάς Ηπείρου αγωνίζονται έγχρωμοι, μετανάστες δεύτερης ή τρίτης γενιάς, κάτι που χαλάει τα αφηγήματά τους.
Αυτή η πολιτικοποίηση του θεάματος δεν αφορά μόνον το ποδόσφαιρο. Αφορά και τον καλλιτεχνικό χώρο. Και δεν αναφέρομαι στους εκφραστές μιας στρατευμένης τέχνης, αναφέρομαι σε αυτούς που είναι τοποθετημένοι πολιτικά, χωρίς αυτή η στάση τους να επηρεάζει το έργο τους. Κλασική περίπτωση ο Σταμάτης Κραουνάκης. Εχει συνθέσει αριστουργήματα τα οποία ουδέν άμεσο πολιτικό μήνυμα φέρνουν, κι όμως, επειδή δήλωσε ΣΥΡΙΖΑ και τώρα φίλος του Τσίπρα, θεωρείται κόκκινο πανί για σημαντική μερίδα του κοινού. Και δεν είναι η μοναδική περίπτωση.
Oσοι αδυνατούν να αποδεσμεύσουν το έργο ενός δημιουργού, ενός καλλιτέχνη εν τη ευρεία εννοία –και ο Μέσι και ο Γιαμάλ είναι καλλιτέχνες– από τις πολιτικές του πεποιθήσεις, είναι καταδικασμένοι στη στέρηση της απόλαυσης.
Ποια είναι η βασική συνέπεια αυτής της υπερπολιτικοποίησης; Οσοι αδυνατούν να αποδεσμεύσουν το έργο ενός δημιουργού, ενός καλλιτέχνη εν τη ευρεία εννοία –και ο Μέσι και ο Γιαμάλ είναι καλλιτέχνες– από τις πολιτικές του πεποιθήσεις, είναι καταδικασμένοι στη στέρηση της απόλαυσης. Περιορίζουν στον κόσμο του δικού τους ιδεολογικού πλαισίου όσους επιθυμούν να ακούσουν και να δουν, απορρίπτοντας τον άλλο. Στην εποχή της Ιεράς Εξέτασης υπήρχε ο κατάλογος των απαγορευμένων βιβλίων (Index librorum prohibitorum). Δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν δημιουργήσει έναν δικό τους σύγχρονο κατάλογο και με βάση αυτόν πορεύονται.
Και δεν θέλω να επεκτείνω τη σκέψη μου στους χώρους της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας, διότι τότε θα πέσουμε επάνω στον Σελίν, στον Χάμσουν και στον Εζρα Πάουντ, στον Γκόρκι και στον Ρίτσο. Επάνω στον Χάιντεγκερ και στον Σαρτρ. Ο αναγνώστης ίσως ζαλιστεί από αυτό το άλμα. Από το ποδόσφαιρο στη φιλοσοφία. Το ζητούμενο είναι η δομή μιας σκέψης που επιζητεί τον επικαθορισμό των πάντων από την πολιτική. Είτε αποδοκιμάζεις τον φιλοϊσραηλινό Μέσι είτε απεχθάνεσαι τον αντισημίτη Σελίν, η λειτουργία του μυαλού είναι η ίδια, απλώς αλλάζει χρώμα και κουτάκια.

