Ο Βούλγαρος Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ περπατάει στους δρόμους της Σόφιας και κάποιοι άνθρωποι του χαμογελούν και τον χαιρετούν εγκάρδια. Παλαιοί γνωστοί; Βιβλιόφιλοι, θαυμαστές του συγγραφικού του έργου;
Δεν έχει σημασία. Οπως γράφει στο «Ο κηπουρός και ο θάνατος» (μτφρ.: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ικαρος), μόλις έχει μάθει τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων του πατέρα του.
Είναι απελπισμένος. Θέλει να πάει να βρει μια φωλιά να κλάψει. Γράφει: «Σε αυτά τα πατριαρχικά μέρη έλεγαν πως, όταν κλαίνε τα παιδιά, δεν είναι κάτι το τρομαχτικό. Τρομαχτικό είναι να κλαίνε οι μεγάλοι. Αλλά όταν είσαι παιδί και μεγάλος ταυτόχρονα, κι έχεις μόλις μάθει πως ο πατέρας σου πεθαίνει…».
Μεγάλος και μικρός. Ταυτόχρονα. Ποιος από όλους εμάς δεν είναι αυτά ακριβώς τα δύο πράγματα; Μαζί. Προσπαθούμε να το κρύψουμε όσο μπορούμε, να κρύψουμε το παιδί μέσα μας. Ντρεπόμαστε γι’ αυτό μάλιστα. Η φράση «μη γίνεσαι παιδί» έχει ειδικό βάρος.
Η αλήθεια είναι ότι συχνά, μέσα στις άχαρες και αγχωτικές καταστάσεις της ενήλικης ζωής, το παιδί μέσα σου είναι ένα πρόβλημα. Αλλά, όπως καλά ξέρουμε, η ζωή είναι πολλά περισσότερα από αυτές τις πνιγηρές καταστάσεις που μας συμβαίνουν κάθε τόσο. Και, ενίοτε, το παιδί έχει κάτι σοφό να μας πει, να μας υπενθυμίσει. Κάτι λυτρωτικό: σε ξαλαφρώνει από όλο αυτό το φορτίο της ενήλικης ζωής στους ώμους σου.
Ο γιος μπορεί να έχει ήδη γίνει πατέρας ο ίδιος, αλλά απέναντι στον δικό του πατέρα παραμένει ακόμη γιος – παιδί. Ακόμη κι αφού έχει φύγει από τη ζωή ο πατέρας, το παιδί εντός σκιρτάει κάθε τόσο.
Ολα ζητούν την ισορροπία τους: όχι πολύ ενήλικος, όχι πολύ παιδί. Αλλά η ζωή, ο άνθρωπος, γνωρίζει μονάχα από εύθραυστες, προσωρινές ισορροπίες.
Θυμάμαι τώρα μια αινιγματική εβραϊκή παροιμία των Ασκεναζίμ Εβραίων της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης: «Οταν ένας πατέρας χαρίζει κάτι στον γιο, γελάνε και οι δυο· όταν ένας γιος χαρίζει κάτι στον πατέρα, κλαίνε και οι δυο».
Είναι το κλάμα που χαρίζει ο γιος στον πατέρα; Η αγάπη του; Ο πόνος του για εκείνον; Πάντοτε με γοήτευε αυτή η κουβέντα και πάντοτε με μπέρδευε με έναν ωραίο τρόπο. Τον τρόπο της περιέργειας για τα πράγματα.
Ο Γκοσποντίνοφ θυμάται ένα απόγευμα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν ήταν δέκα χρόνων ο ίδιος, το γοερό κλάμα ενός ηλικιωμένου γείτονα. Ο άνδρας έκλαιγε κλεισμένος στο μπάνιο του. «Ο γείτονας μόλις είχε μάθει πως είχε πεθάνει η εγγονή του – ήταν στην ηλικία μου. Εκείνο το απόγευμα έμαθα δύο πράγματα: Οτι δεν πεθαίνουν μόνο οι γέροι. Και ότι πρέπει να είναι πολύ τρομακτικό να χάνεις έναν δικό σου άνθρωπο, για να κλαίει με τέτοια απελπισία ένας τόσο μεγάλος άνδρας. (…) Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το απελπισμένο κλάμα που αντηχούσε από το μπάνιο σαν από μιναρέ, στις τρεις το απόγευμα».

