Οπως και σε πολλά άλλα, η Ελλάδα γνωρίζει τι σημαίνει να καλείσαι να διαχειριστείς πολύπλοκες, δύσκολες καταστάσεις, σε αντίθεση με τους περισσότερους εταίρους και συμμάχους της, που δεν γειτονεύουν με μια πάντα απρόβλεπτη περιοχή, ούτε έχουν έναν (προβλέψιμα) επιθετικό γείτονα που είναι και σύμμαχος. Ετσι, ίσως η ελληνική αποστολή στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, που αρχίζει σήμερα στην Αγκυρα, να μην είναι έξω από τα νερά της: γνωρίζει ότι στη Συμμαχία είναι αναγκασμένη συνεχώς να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της, να έχει ανοικτούς διαύλους με πολλούς συμμάχους σε διμερές επίπεδο, να μην παίρνει τίποτα για δεδομένο. Σήμερα η κατάσταση είναι ακόμη πιο πολύπλοκη, καθώς η διήμερη σύνοδος όχι μόνο διεξάγεται στην Τουρκία, αλλά και ο μεγάλος πρωταγωνιστής θα είναι ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δεν κρύβει τον θαυμασμό του για τον Τούρκο ομόλογό του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Καθώς στο κέντρο των συζητήσεων θα είναι η αμυντική βιομηχανία και οι επενδύσεις σε αυτήν, η ουσία της συνόδου θα είναι εάν η μεγάλη αύξηση δαπανών για την άμυνα θα ωφελήσει κυρίως τις βιομηχανίες και τους τεχνολογικούς κολοσσούς των ΗΠΑ (όπως απαιτεί ο Τραμπ) ή εάν οι Ευρωπαίοι θα μπορέσουν να αναπτύξουν τις δικές τους βιομηχανίες και τεχνολογίες. Οι σύμμαχοι, με άλλα λόγια, έχουν διαφορετικούς στόχους πάνω σε αυτό το κρίσιμο σημείο.
H Ελλάδα πρέπει να διαχειριστεί ότι ο Τραμπ μπορεί να ενισχύσει την Τουρκία με «δώρα», ενώ πολλές ευρωπαϊκές χώρες αναπτύσσουν στενότερους δεσμούς με την Αγκυρα στο πεδίο της αμυντικής βιομηχανίας.
Εάν ο Τραμπ δεν ανατρέψει το πρόγραμμα, η σύνοδος θα δείξει πώς διαμορφώνεται το ΝΑΤΟ όταν ο ισχυρότερος σύμμαχος ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τα δικά του συμφέροντα, ενώ οι υπόλοιποι πρέπει και να αντισταθούν αλλά και να τον κρατήσουν εντός συμμαχίας. Με την κυριαρχία του εθνικισμού και την προσπάθεια να ενισχυθούν ιδιωτικές επιχειρήσεις με κρατική υποστήριξη, οι διαπραγματεύσεις των επόμενων δύο ημερών θα είναι σκληρές. Ισως να φθάσουν στο σημείο όπου η φιλία – συμμαχία δεν θα αντέχει την πίεση για παραχωρήσεις που θα ζητηθούν από κάποιες χώρες. Εδώ η Ελλάδα βρίσκεται σε ακόμη πιο ευαίσθητη θέση – είναι μέλος και του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και εξαρτημένη από τη σχέση της με τις ΗΠΑ ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο η Ελλάδα πρέπει να διαχειριστεί το ότι ο Τραμπ μπορεί να ενισχύσει την Τουρκία με «δώρα» (όπως έχει υποσχεθεί), ενώ πολλές ευρωπαϊκές χώρες αναπτύσσουν στενότερους δεσμούς με την Αγκυρα στο πεδίο της αμυντικής βιομηχανίας, μεταξύ αυτών οι Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ρουμανία και Πολωνία. Αυτά τα πέτυχε η Αγκυρα μέσω διμερών συμφωνιών. Εάν η σύνοδος οδηγήσει και σε επισημοποίηση αυτών των σχέσεων από την Ε.Ε., τότε η Ελλάδα θα έχει μπροστά της μια γείτονα και σύμμαχο που, ό,τι κι αν κάνει εντός και εκτός συνόρων, δεν ελέγχεται. Η πείρα δεν καθιστά το πρόβλημα πιο εύκολο.

