Τον Μάιο του 2023 στο Λονδίνο γνώρισα τον Βούλγαρο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ. Γεννημένος το 1968, είναι πολυμεταφρασμένος και διεθνώς πολυβραβευμένος συγγραφέας, τα βιβλία του οποίου κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ικαρος. Μεταξύ των άλλων, το μυθιστόρημά του «Χρονοκαταφύγιο» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος στη Βουλγαρία το 2021, το βραβείο Strega Europeo και, πάνω απ’ όλα, με το International Booker Prize το 2023, το οποίο του άνοιξε πόρτες στον αγγλόφωνο κόσμο και κατέστησε το όνομά του υποψήφιο για το Νομπέλ στο μέλλον.
Η μεγάλη αυτή τιμητική διάκριση για τον Γκοσποντίνοφ ανακοινώθηκε λίγες μέρες μετά τη συνάντησή μας στο Λονδίνο. Ο Γκοσποντίνοφ είναι ένας ψηλός, κοντοκουρεμένος, ευγενικός άνδρας. Χαμογελάει πολύ και μιλάει αργά, ζυγισμένα, αλλά και με πάθος.
Το αθηναϊκό κοινό είχε την ευκαιρία να τον δει από κοντά πριν από είκοσι μέρες στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος»), στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Συγγραφείς, βιβλία, ιδέες», όπου και συνομίλησε με τη δημοσιογράφο Κυριακή Μπεϊόγλου.
Το σημείο εκκίνησης της συζήτησης ήταν το τελευταίο βιβλίο του Γκοσποντίνοφ στα ελληνικά, «Ο κηπουρός και ο θάνατος» (στην εξαιρετική μετάφραση της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, εκδ. Ικαρος). Μια συγκινητική όσο και χιουμοριστική αφήγηση και την ίδια στιγμή ένας πολύ ανθρώπινος συλλογισμός πάνω στη μνήμη και στην απώλεια.
Ο κηπουρός στο βιβλίο του Βούλγαρου συγγραφέα δεν είναι άλλος από τον πατέρα του. Υπό αυτή την έννοια, ο τίτλος παραπέμπει στο κλασικό δίπολο «Η κόρη και ο θάνατος».
Ο κηπουρός-πατέρας δίνει μάχη με τον θάνατο καθηλωμένος στο κρεβάτι του, ενώ ο γιος, καθισμένος στο πλάι του, ανατρέχει σε ολόκληρο τον βίο του.
Παράλληλα, το βιβλίο αφορά και τον μικρό κήπο που με πολύ κόπο (έως και αυτοθυσία) έστησε ο πατέρας του συγγραφέα στην άγονη αυλή τους. Είναι και αυτό που απομένει ως ίχνος στον γιο – αλλά για πόσο ακόμη; Κάποτε και οι μνήμες αργοσβήνουν;
«Ο πατέρας μου ήταν κηπουρός. Τώρα είναι κήπος». Με αυτή την αφοπλιστικά απλή πρόταση, που όμως συνιστά και ένα άτυπο μάθημα δημιουργικής γραφής, ξεκινάει το βιβλίο.
Γιατί μάθημα δημιουργικής γραφής; Διότι εμπεριέχει, δυνητικά, όλη τη θεματολογία και την προβληματική του βιβλίου.
Κι ωστόσο, αμέσως μετά ο συγγραφέας παραδέχεται: «Δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Ας είναι αυτό η αρχή. Το θέμα είναι το τέλος, εννοείται, από πού όμως αρχίζει το τέλος;».
Ο πατέρας πεθαίνει. Θα πεθάνει. Δεν υπάρχει κανένα σασπένς εδώ. Αλλά χάρη στη γλώσσα (τη μοναδική μηχανή χρόνου σε ολόκληρο το σύμπαν), χάρη στην αφήγηση (αυτή την ανθρώπινη επινόηση και εμμονή που υπερβαίνει τα όρια του παθολογικού εθισμού), ο πατέρας ζωντανεύει και πάλι.
«Γιατί, όπως έλεγε ο Γκαουστίν (κεντρικό πρόσωπο στο τιμημένο με μπούκερ “Χρονοκαταφύγιο”), στο παρελθόν ο χρόνος δεν ρέει προς μία μόνο κατεύθυνση».

