«Αδύνατο όμως είναι να γνωρίσεις την ψυχή, τις ιδέες και τη γνώμη ενός ανθρώπου, πριν δοκιμαστεί στην εξουσία επάνω και στους νόμους»
Κρέων, «Αντιγόνη»
ΣΟΦΟΚΛΗΣ (175-177)
Αν δεν συγκρίνεις, δεν καταλαβαίνεις. Οταν αλλάζεις δουλειά κατανοείς καλύτερα τη νέα σου εταιρεία συγκρίνοντάς την με εταιρείες όπου εργάστηκες στο παρελθόν. Το ίδιο ισχύει στην πολιτική. Γνωρίζουμε πληρέστερα το πολιτικό μας σύστημα όταν συγκρίνουμε τη λειτουργία του με τη λειτουργία άλλων συστημάτων. Η παραίτηση του Βρετανού πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ παρέχει τη δυνατότητα μιας τέτοιας αποκαλυπτικής σύγκρισης.
Θα παρακάμψω το μακρο-επίπεδο των τεκτονικών αλλαγών που επέφερε το αυτοκτονικό Brexit για να εστιάσω στο μικρο-επίπεδο της πολιτικής ηγεσίας. Γιατί διαβρώθηκε, σε δύο μόλις χρόνια, το συμβολικό-πολιτικό κεφάλαιο του Στάρμερ; Πώς αντιμετωπίστηκε από το κόμμα του ο πρωθυπουργός, ο οποίος, αν και κατήγαγε εντυπωσιακή εκλογική νίκη, δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες; Πώς αντέδρασε ο ίδιος στην αμφισβήτηση που δέχθηκε; Τι, γενικότερα, αποκαλύπτει η στάση των εμπλεκομένων;
Το συμβολικό-πολιτικό κεφάλαιο των ηγετών στην εποχή «ατίθασων» προβλημάτων και πολυκρίσεων, υψηλών προσδοκιών, αυξημένων απαιτήσεων διαφάνειας και ατελεύτητης επικοινωνίας είναι επισφαλές. Οι πολιτικοί ηγέτες, σήμερα, κρίνονται διαρκώς από τις πράξεις και τις παραλείψεις τους, δημοσίως ορατές και/ή παρασκηνιακές, ιδιαιτέρως όταν οι τελευταίες έρχονται στο προσκήνιο. Συνεχείς δημοσκοπήσεις, έρευνες και παρένθετες εκλογικές διαδικασίες αποκαλύπτουν τις πεποιθήσεις και διαθέσεις της κοινής γνώμης. Ο ηγέτης του οποίου το κόμμα καταγράφει δημοσκοπική πτώση και/ή χάνει επιμέρους εκλογικές αναμετρήσεις τσαλακώνεται.
Στις δημοκρατίες της διαρκούς επικοινωνίας, η άσκηση πολιτικής εξουσίας προσλαμβάνεται, πρωτίστως, ως ικανότητα πειθούς. Οπως η επιτυχία προσδίδει λάμψη, η αποτυχία (πραγματική ή εικαζόμενη) την αφαιρεί. Οταν το ηγετικό κύρος εξασθενεί, η αμφισβήτηση δυναμώνει. Η αποδοχή του «τι δέον γενέσθαι» δεν προκύπτει τόσο από λογικές συνεπαγωγές, όσο από την εμπιστοσύνη στον λήπτη αποφάσεων. Αρκετοί στη Νότιο Αφρική ευλόγως διαφώνησαν με την απόφαση του Μαντέλα να διατηρήσει τη μισητή στους μαύρους εθνική ομάδα ράγκμπι, αλλά ουδείς αποτόλμησε τον αντίλογο – ο Μαντέλα ήταν ηθικοπολιτικός ογκόλιθος.
Ο Στάρμερ εξελέγη αρχηγός του Εργατικού Κόμματος ως «ασφαλής» επιλογή μετά το καταστροφικό εκλογικό αποτέλεσμα του 2020, αν και δεν διέθετε ισχυρό πολιτικό ένστικτο, επικοινωνιακή ικανότητα και ευδιάκριτο πολιτικό σχέδιο. Μετά από 14 χρόνια αντιπολίτευσης, οδήγησε μεν το κόμμα του θριαμβευτικά στην εξουσία, χωρίς, ωστόσο, να ξέρει τι να κάνει με αυτήν. Δίχως κατεύθυνση, οι παλινωδίες, οι ταλαντεύσεις και οι στραβοτιμονιές ήταν αναπόφευκτες.
Η αφοσίωση των βουλευτών δεν παρέχεται τόσο στον αρχηγό, όσο στο κόμμα. Οταν ο αρχηγός μετατρέπεται σε βαρίδι, είναι αναλώσιμος.
Ο Στάρμερ δεν τήρησε προεκλογικές δεσμεύσεις που ανέλαβε (π.χ. κατάργηση διδάκτρων στα πανεπιστήμια), ενώ σε θέματα δημοσίων δαπανών (π.χ. καθολικό επίδομα καυσίμου τον χειμώνα) ήταν διφορούμενος. Ο διορισμός του Μάντελσον, προσωπικού φίλου τού παιδεραστή Επσταϊν, στη θέση πρέσβη στις ΗΠΑ, με επιμονή του διευθυντή του γραφείου του Στάρμερ, παρά τις αντιρρήσεις λειτουργών του Φόρεϊν Οφις, κατέδειξε έλλειψη ευθυκρισίας – ο πρωθυπουργός «δεν το ‘χει». Η δημοφιλία του καταβαραθρώθηκε. Η συντριπτική ήττα των Εργατικών στις αυτοδιοικητικές εκλογές του Μαΐου έδωσε τη χαριστική βολή. Οι βουλευτές συνειδητοποίησαν ότι με τον Στάρμερ επικεφαλής, οι επόμενες εκλογές είναι χαμένες. Πολλοί έθεσαν θέμα αντικατάστασης. Ο πρωτοστάτης αμφισβητίας Αντι Μπέρναμ, ιδιαιτέρως επικοινωνιακός, ξεχώρισε κυρίως λόγω της επιτυχημένης δεκαετούς θητείας του ως δήμαρχος του Μάντσεστερ και της εντυπωσιακής επιτυχίας του σε πρόσφατες επαναληπτικές βουλευτικές εκλογές. Δείτε τη μεγάλη εικόνα.
Πρώτον, ο πρωθυπουργός δεν είναι παντοδύναμος. Η ex officio ισχύς του δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε de facto εξουσία. Πρέπει να συντηρεί και να ενισχύει το συμβολικό-πολιτικό κεφάλαιό του με τις πράξεις του. Αν παλινωδεί, ταλαντεύεται ή δείχνει κακή κρίση, το κύρος του απομειώνεται, το κόμμα του πλήττεται, ο ίδιος αμφισβητείται.
Δεύτερον, στη θεσμικά ώριμη δημοκρατία, οι πράξεις του πρωθυπουργού ελέγχονται κοινοβουλευτικά, με κριτήριο την αναζήτηση της αλήθειας. Δημόσιοι λειτουργοί και πολιτικοί συνεργάτες καταθέτουν σε επιτροπές, βουλευτές θέτουν ερωτήματα και διαβουλεύονται, σοβαρά ΜΜΕ διερευνούν και αποκαλύπτουν. Η αλήθεια τείνει να αναδεικνύεται και, σημαντικό, γίνεται αυτονοήτως αποδεκτή, επιφέροντας συνέπειες. Ο μόνιμος υφυπουργός του Φόρεϊν Οφις, λ.χ., κατέθεσε ότι τελούσε υπό μεγάλη πίεση από το πρωθυπουργικό γραφείο για να διεκπεραιώσει θετικά τον υπηρεσιακό έλεγχο ασφαλείας του Μάντελσον.
Τρίτον, τα κόμματα είναι οργανισμοί με ισχυρό ένστικτο επιβίωσης. Η αφοσίωση των βουλευτών δεν παρέχεται τόσο στον αρχηγό, όσο στο κόμμα. Οταν ο αρχηγός μετατρέπεται σε βαρίδι, είναι αναλώσιμος.
Τέταρτον, ο αμφισβητίας του αρχηγού δεν εκδηλώνει απλώς τη φιλοδοξία του να τον διαδεχθεί. Η υποψηφιότητά του αποκτά αξιοπιστία ανάλογα με το συμβολικό-πολιτικό κεφάλαιο που έχει συσσωρεύσει με βάση τα επιτεύγματά του.
Πέμπτον, όταν ο πρωθυπουργός αμφισβητείται, η αμφισβήτηση δεν εκλαμβάνεται ως αθέμιτη πρόκληση, ούτε ο ίδιος καταγγέλλει συνωμοσίες. Στην ομιλία παραίτησης, ο Στάρμερ εξέφρασε ταπεινόφρονα ορθολογισμό: «Το ερώτημα που θέτει τώρα το κόμμα μου είναι αν είμαι ο καλύτερος να το οδηγήσει στις επόμενες εκλογές. Ακουσα την απάντηση της κοινοβουλευτικής ομάδας μου και δέχομαι αυτή την απάντηση με αξιοπρέπεια». Υποσχέθηκε «πλήρη και αναμφίσημη υποστήριξη» στον διάδοχό του. Η αλλαγή επήλθε (ακριβέστερα: επέρχεται) θεσμικά, συντεταγμένα, ορθολογικά, χωρίς δράμα.
Τις (δυσ)αναλογίες με τα καθ’ ημάς τις αφήνω στην καλή σας κρίση.
*Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

