Η Ελλάδα χρειάζεται νέα στρατηγική για την Τ.Ν.

Η Ελλάδα χρειάζεται νέα στρατηγική για την Τ.Ν.

3' 20" χρόνος ανάγνωσης

Η τεχνητή νοημοσύνη (Τ.Ν.) αποτελεί σήμερα κρίσιμο παράγοντα για την οικονομική ανάπτυξη, την υγεία, την εκπαίδευση και τη δημόσια διοίκηση κάθε σύγχρονου κράτους. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει προκλήσεις στις οποίες η Τ.Ν. μπορεί να προσφέρει ουσιαστικές λύσεις: στην αντιμετώπιση πυρκαγιών, στην ενίσχυση της δημόσιας υγείας, στη βελτίωση της βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής, στην ανάπτυξη της ναυτιλίας, στην ενεργειακή μετάβαση και στον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και της άμυνας.

Οι δημόσιες επενδύσεις στην Τ.Ν. θα πρέπει να συνδέονται με σαφείς εθνικούς στόχους και να αξιολογούνται με βάση τη συμβολή τους στην επίλυση πρακτικών προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Σε αυτή τη βάση θα ήθελα να εκφράσω ορισμένους προβληματισμούς σχετικά με τη στρατηγική της χώρας στον τομέα της Τ.Ν. και ειδικότερα με την επένδυση άνω των 21 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης στην ερευνητική δομή «Αρχιμήδης».

Αρχικά, να τονίσω ότι ήταν μια πρωτοπόρος πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δημιουργήσει ένα τέτοιο κέντρο, με επικεφαλής κορυφαίους Eλληνες επιστήμονες της θεωρητικής πληροφορικής. Η επιστημονική αξία των συγκεκριμένων προσώπων είναι αδιαμφισβήτητη, αλλά υπάρχει ένα θεσμικό ερώτημα: Με ποια διαδικασία επιλέχθηκαν τα πρόσωπα και κατευθύνθηκαν οι πόροι;

Σε έργα τέτοιου μεγέθους, η διεθνής πρακτική επιβάλλει ανοικτές προσκλήσεις, διεθνή αξιολόγηση και διαφανείς διαδικασίες επιλογής. Για να μιλήσουμε με αριθμούς: στις ΗΠΑ, η χρηματοδότηση ενός διδακτορικού φοιτητή για τέσσερα χρόνια απαιτεί συνήθως ερευνητικά κονδύλια της τάξης των 400.000 δολαρίων. Οι προτάσεις αξιολογούνται από ανεξάρτητες επιτροπές με ποσοστά επιτυχίας συχνά μονοψήφια. Eτσι, η χρηματοδότηση οκτώ διδακτορικών για οκτώ χρόνια από τον «Αρχιμήδη» αντιστοιχεί σε ανταγωνιστική χρηματοδότηση 6,4 εκατ. δολαρίων στις ΗΠΑ. Το ζήτημα δεν είναι αν οι λαμβάνοντες είναι διακεκριμένοι. Το ερώτημα είναι αν η ίδια χρηματοδότηση θα μπορούσε να είχε κατανεμηθεί μέσα από μια ανοικτή διαδικασία που θα επέτρεπε τον ισότιμο ανταγωνισμό. Η αριστεία και η χρηματοδότησή της δεν αποδεικνύονται με δημόσιες τοποθετήσεις για την Τ.Ν. ή με διασυνδέσεις, αλλά με συνεχή αξιολόγηση και διεθνή ανταγωνισμό.

Η επιτυχία ενός κέντρου στην Τ.Ν. πρέπει να αξιολογείται με αντικειμενικά κριτήρια. Πόση ανταγωνιστική χρηματοδότηση έχει προσελκυστεί από το Horizon Europe, το ERC και άλλα διεθνή προγράμματα; Είναι το κέντρο βιώσιμο ή μόνιμα κρατικοδίαιτο; Ποιος είναι ο επιστημονικός και τεχνολογικός αντίκτυπος; Πόσες νεοφυείς επιχειρήσεις, πατέντες και βιομηχανικές συνεργασίες έχουν δημιουργηθεί; Πόσες νέες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης έχουν προκύψει; Πόσοι νέοι ερευνητές έχουν προσελκυστεί ή παραμείνει στην Ελλάδα λόγω αυτής της πρωτοβουλίας;

Πέρα από τη διαδικασία, υπάρχει και το ζήτημα του στρατηγικού προσανατολισμού, όπου προτείνω μια πραγματιστική προσέγγιση. Για την Ελλάδα, οι μεγαλύτερες άμεσες κοινωνικές και οικονομικές αποδόσεις της Τ.Ν. αναμένεται να προέλθουν από εφαρμογές, όπως στην έγκαιρη προειδοποίηση για πυρκαγιές, σεισμούς και πλημμύρες, στην ενέργεια, στη ναυτιλία, στη βιοϊατρική, στη βιομηχανική και γεωργική παραγωγή και στην προληπτική συντήρηση κρίσιμων υποδομών. Iσως η πιο σημαντική εφαρμογή της Τ.Ν. είναι η ανωτάτη εκπαίδευση και χρειάζεται να ενισχυθούν οι Eλληνες καθηγητές που τη διδάσκουν.

Η εθνική στρατηγική για την Τ.Ν. διαμορφώθηκε πριν από τρία χρόνια σε ένα εντελώς διαφορετικό διεθνές περιβάλλον. Eκτοτε, η εμφάνιση των θεμελιωδών μοντέλων, των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων, των συστημάτων γενετικής Τ.Ν. και η παγκόσμια κούρσα για υπολογιστικές υποδομές έχουν μεταβάλει ριζικά το τοπίο. Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα στρατηγική για την Τ.Ν., η οποία θα διαμορφωθεί μέσα από ανοικτό διάλογο με το σύνολο της ακαδημαϊκής κοινότητας, της βιομηχανίας, των επιχειρήσεων και των πολιτών και θα βασίζεται στην αριστεία, στον ανταγωνισμό, στη διαφάνεια και στη λογοδοσία. Μόνο μέσα από ανοικτές διαδικασίες και ίσες ευκαιρίες μπορούν να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα επιτρέψουν στους νέους επιστήμονες να παραμείνουν στη χώρα για να δημιουργήσουν με βάση τις ικανότητές τους.

Το πρόβλημα είναι ευρύτερο. Δεν υπάρχει στρατηγικός σχεδιασμός της έρευνας στην Ελλάδα για πολλές δεκαετίες, ούτε ενιαίος ερευνητικός χώρος όπου θα αξιοποιείται ορθολογικά η δημόσια δαπάνη. Η επένδυση στην Τ.Ν. οφείλει να αποτελεί μέρος αυτού του στρατηγικού σχεδιασμού. Η Ελλάδα στερείται θεσμών που να επιτρέπουν στο ταλέντο να αναδεικνύεται μέσα από ανοικτό ανταγωνισμό και ίσες ευκαιρίες για όλους. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της εθνικής στρατηγικής για την Τ.Ν., αλλά και για το μέλλον της Ελλάδας.

*Ο κ. Πέτρος Κουμουτσάκος είναι καθηγητής Υπολογιστικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, μέλος της Εθνικής Ακαδημίας Μηχανικών των ΗΠΑ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT