«Οι νόμοι ισχύουν για τους εχθρούς· για τους φίλους (οι νόμοι) ερμηνεύονται». Αυτός ο αφορισμός αποδίδεται σε πρωθυπουργό ξένης χώρας και ελέχθη πολύ πριν θεωρηθεί κανονικότητα ο μπερλουσκονισμός. Τον θυμήθηκα όμως συλλογιζόμενος ότι και στα μέρη μας η διάκριση των εξουσιών κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι. Δεδομένη είναι η ομοφωνία ότι «η δημοκρατία είναι το χειρότερο πολίτευμα, εξαιρουμένων όλων των άλλων». Το χειρότερο, όμως, είναι ότι δεν κουβεντιάζουμε ούτε για το περιεχόμενό της ούτε για την ποιότητά της.
Εάν μείνουμε στην ετυμολογία, η «διακυβέρνηση από τον δήμο», θα τάραζε πολλούς «δημοκράτες». Μην τους ταράξουμε. Ας μείνουμε στον Νορμπέρτο Μπόμπιο, που την προσδιόρισε πρωτίστως σαν «ένα σύνολο κανόνων και διαδικασιών για τη λήψη συλλογικών αποφάσεων, στο πλαίσιο του οποίου προβλέπεται και διευκολύνεται η όσο το δυνατόν ευρύτερη συμμετοχή των ενδιαφερομένων». Απόληξη όλων αυτών των διεργασιών είναι οι εκλογές. Θεωρητικά όλοι έχουμε το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Για να πολιτευτεί όμως κάποιος δεν αρκεί η επάρκεια και η διάθεση προσφοράς. Οι υποψηφιότητες συχνάκις κληροδοτούνται και πάντοτε εγκρίνονται από τον, μάλλον άσφαλτο, αρχηγό. Επιπλέον, όλοι γνωρίζουμε ότι όποιος δεν διαθέτει μηχανισμούς στήριξης και προβολής, τον τρώει η μαρμάγκα. Δεν ξεκινούν, δηλαδή, όλοι από την ίδια αφετηρία.
Επειτα, η ίδια η λειτουργία των κομμάτων, που ως οργανωμένες μειοψηφίες υπερτερούν των ανοργάνωτων πλειοψηφιών, απαιτεί κεφάλαια που, ακόμη κι αν παριστάνουμε τους ανήξερους, όλοι πάλι γνωρίζουμε ότι δεν μαζεύονται από εισφορές μελών. Ακόμη και τα εμφανή κεφάλαια της κρατικής χρηματοδότησης είναι φιλοδωρήματα, και μάλιστα καταφανώς άνισα κατανεμημένα. Και πάλι, δηλαδή, δεν ξεκινούν όλοι από την ίδια αφετηρία.
Τέλος, η εκκλησία του δήμου, στην οποία, υποτίθεται, θα διαβουλεύονταν οι πολίτες, έχει αντικατασταθεί από τις τηλεοπτικές οθόνες και τους παράλληλους μονολόγους τους. Η πρόσβαση σε αυτές, παρότι οι συχνότητες είναι δημόσιος χώρος, δεν ελέγχεται από τον δήμο. Εδώ, δηλαδή, κι αν δεν ξεκινούν όλοι από την ίδια αφετηρία.
Εντέλει οι πολίτες, καταπονημένοι από τους ψευτοκαβγάδες που γίνονται στο όνομά τους, αλλά ερήμην τους και αποστερημένοι των κοινωνικών δεσμών τους, φτάνουν σαν καταϊδρωμένοι singles στις κάλπες και απρόσκοπτα συνδεδεμένοι με τον κυβερνοχώρο δεν επιλέγουν κυβέρνηση, αλλά υποκύπτουν στον εκβιασμό μεταξύ της κακής και της χειρότερης εφαρμογής. Κι αν επιλέξουν κάτι «λάθος» –ανθρώπινα τα λάθη, ανθρώπινα και τα δημοψηφίσματα, για παράδειγμα–, οι σέρβερ των κομμάτων βρίσκουν τρόπους έγκαιρης «διόρθωσης».
Τα αποτελέσματα της εκλογικής διαδικασίας –την οποία επ’ εσχάτων κι αυτή τη διεκπεραιώνουν ιδιωτικές επιχειρήσεις– είναι υπαγορευμένα εν πολλοίς από τις δημοσκοπήσεις, τις οποίες πραγματοποιούν επίσης ιδιωτικές επιχειρήσεις, που έχουν και εργοδότες και εντολοδότες.
Ολα τα παραπάνω κι άλλα που δεν χωρούν στην επιφυλλίδα δημιουργούν και καλλιεργούν τη δυσπιστία του εκλογικού σώματος που, προϊόντος του χρόνου, αποδοκιμάζει κάθε ενασχόληση με την πολιτική και υιοθετεί την πολλαπλώς επιβλαβή (και δημοφιλή) διάδοση ότι «δεν γίνεται τίποτα», «όλοι ίδιοι είναι», «δεν είμαστε άνθρωποι», «έτσι είναι το ρωμαίικο» κ.λπ.
Και ενώ το Σύνταγμα ορίζει υποχρεωτική τη συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία, η αποχή, με τη σιωπηλή ανοχή όλων των κομμάτων που αρκούνται στην προσέλευση των ακολούθων τους, δεν έχει πλέον καμία κύρωση. Και, προφανέστατα, και καμία έκπληξη. Οι επιφυλακτικοί δεν είναι απλώς χωρίς εκπροσώπηση. Είναι αόρατοι.
Ετσι, την επομένη των εκλογών, έχοντας εμπεδώσει τη μετασκευή του λαού σε «κοινή γνώμη», καταλήγουμε να μην κουβεντιάζουμε τα αποτελέσματά τους, αλλά το πόσο έξω ή μέσα έπεσαν οι δημοσκοπήσεις που τα προετοίμασαν.
Οσα περιγράφω είναι γνωστά και σε κανέναν, νομίζω, δεν περιποιεί τιμή η αυτομόληση στα κατά συνθήκην ψεύδη των δημοκόπων και των δημοσκόπων. Αν, πράγματι, μας ενδιαφέρει η Δημοκρατία (αυτή η κανονική με την ισονομία, την ισηγορία και την ισοκρατία και όχι η προσομοίωσή της από τις μικροκομματικές δυναστείες), χρειάζεται να τη θωρακίσουμε με τη συμμετοχή μας.
Προσοχή, όμως! Το θέμα δεν είναι να μπούμε οι πολίτες στο γήπεδο σαν θεατές ή σαν συμπαίκτες ενός στημένου παιχνιδιού, αλλά ως αυτοί που θα σκάσουν την μπάλα της πλαστογραφίας του.
Επιπλέον, όσοι ισχυρίζονται ότι η υπαρκτή Δημοκρατία θα θεραπεύσει τις στρεβλώσεις της με περισσότερη υπαρκτή δημοκρατία, μου θυμίζουν εκείνους που προτρέπουν τους χρεωμένους να διαχειριστούν το αδιέξοδό τους δανειζόμενοι εκ νέου.
*Ο κ. Θεόδωρος Παντούλας είναι συγγραφέας.

