Οταν μετακόμισα στην Αγγλία, μου είχε κάνει εντύπωση ότι η έναρξη οποιασδήποτε συζήτησης περιστρεφόταν γύρω από τον καιρό. Σε πολλές περιπτώσεις ο «καιρός» ήταν αυτοτελής κουβέντα, αποτελούσε το βασικό πιάτο. Αυτό το πρωτόκολλο έρχεται μαζί με την ισχύ της λεκτικής παράδοσης. Η φράση «όταν δύο Αγγλοι συναντιούνται η πρώτη συζήτηση είναι ο καιρός» είναι το ίδιο επίκαιρη όπως 200 χρόνια πριν, όταν πρωτοειπώθηκε από τον Σάμουελ Τζόνσον.
Η επόμενη διαπίστωση ήταν ο καθόλου εντυπωσιακός αγγλικός καιρός. Είναι δραματικά μη δραματικός. Καθόλου άξιος κουβέντας. Εχει εναλλαγές μέσα στην ημέρα, αλλά χωρίς εξάρσεις και κινδύνους. Δεν έχει πολικές θερμοκρασίες, δεν έχει τροπικούς τυφώνες, ούτε ανεμοστρόβιλους. Η ζωή μεταξύ ωκεανού και ηπειρωτικής χώρας δεν εμπεριέχει τίποτα το ακραίο εκτός από το εκνευριστικό, παρατεταμένο ψιλόβροχο.
Και έτσι, αυτά τα «ωραία μέρα, ε;», «κάνει λίγο κρύο σήμερα, δεν βρίσκεις;», «για πόσο ακόμη θα βρέχει;» έμοιαζαν ακόμη πιο παράξενα, ιδιαίτερα γιατί πάντα προστίθεται ένα ερωτηματικό πίσω από κάτι που φαινομενικά μοιάζει με δήλωση. Υστερα από αρκετό καιρό αντιλήφθηκα ότι το μετεωρολογικό κουβεντολόι δεν έχει να κάνει με τα καιρικά φαινόμενα. Είναι το σύνθημα, ένας κοινωνικός μηχανισμός διευκόλυνσης, ένας ανώδυνος τρόπος για επικοινωνία, ένα γέμισμα της αμηχανίας. Και το ερωτηματικό δεν είναι ένα λάθος κλείσιμο, αλλά μια προτροπή για έναρξη. Η σκυτάλη για να συνεχίσω τον τελετουργικό χαιρετισμό.
Επειτα από ένα δεκαήμερο παρατεταμένου καύσωνα, πενήντα χρόνια ακριβώς μετά τον τελευταίο μεγάλο καύσωνα του 1976, παρατηρώ ότι αυτή η εθνική συζήτηση για τον καιρό τώρα που εκείνος είναι πρωτοσέλιδο παύει να υφίσταται. Αυτό, όπως και άλλα γνωστά βρετανικά γνωρίσματα, η υπομονή, το χιούμορ, ο συμβιβασμός, εξατμίζονται το ίδιο γρήγορα όπως τα αποθέματα νερού.
Το θέμα είναι ότι κανείς δεν συζητάει για τον καιρό γιατί όλοι έχουν σημαντικότερα θέματα, π.χ. πώς να χειριστούν πρακτικά τον καύσωνα. Η χώρα βρίσκεται σε ένα είδος lockdown. Κάποια σχολεία διδάσκουν διαδικτυακά, τα νοσοκομεία ασχολούνται μόνο με τα επείγοντα, οι ηθοποιοί αξιώνουν τρίλεπτα διαλείμματα ξεκούρασης κατά τη διάρκεια της παράστασης. Τα ραντεβού ακυρώνονται, τα τρένα κινδυνεύουν με εκτροχιασμό από τις καυτές ράγες υποβάλλοντας το δίλημμα του ρίσκου στις μετακινήσεις. Η ζήτηση για νερό, 90 εκατ. λίτρα παραπάνω από το συνηθισμένο ανά ημέρα, το κατατάσσει στα πολυπόθητα και ζηλεύει το ρεύμα που κάνει διακοπές.
Εάν σκεφτεί κάποιος ότι τα σπίτια είναι φτιαγμένα για να κρατούν τη ζέστη του χειμώνα –ισχυρά μονωμένα, χωρίς διόδους αερισμού, εφοδιασμένα με τζάμια που υπερτερούν στις επιφάνειες– χωρίς παντζούρια και στέγαστρα, είναι ανυπόφορα. Το ότι λιγότερα από το 5% των σπιτιών διαθέτουν κλιματισμό, τα κάνει ακόμη πιο ανυπόφορα.
Ο καθένας βρίσκει καταφύγιο όπου μπορεί. Τα μουσεία είναι πάντα καλή επιλογή για τις πρωινές ώρες και τα θέατρα η χειρότερη για τις βραδινές. Το ασφαλέστερο κρησφύγετο είναι ο κοντινότερος κεντρικός εμπορικός δρόμος. Εκεί όπου υπάρχουν γνωστές αλυσίδες ένδυσης, βιβλιοπωλεία με καθίσματα, γυμναστήρια που δεν είναι καλή ιδέα και μεγάλα σούπερ μάρκετ όπου η στάση δίπλα από τους ψύκτες ψαρικών είναι όαση.
Ο κόσμος σταθμεύει στα καταστήματα σαν να χτυπάει κάρτα. Κρατούν ή φορούν τα αξεσουάρ τους. Στον λαιμό κρεμασμένο κάτι που μοιάζει με ακουστικά, αλλά βγάζει χλιαρό αέρα που κατευθύνεται στο κεφάλι και στο χέρι φορητοί ανεμιστήρες. Κάποιος κρατούσε σε κοντινή απόσταση από τον βασιλιά έναν τέτοιο ανεμιστήρα για να τον δροσίζει σε μια προγραμματισμένη εκδήλωση που παρίστατο και ήταν ο μόνος που δεν θα μπορούσε ούτε να μη φοράει σακάκι ούτε να φοράει σορτς.
Οι υψηλές θερμοκρασίες μεσολαβούν μεταλλάσσοντας τον χαρακτήρα. Οι ανθεκτικοί, ευσυνείδητοι, συγκρατημένοι Βρετανοί μοιάζουν τώρα με Μεσόγειους.
Ο υπόλοιπος πληθυσμός είναι σαν να μη γνωρίζει τι σημαίνει καλοκαιρινή ενδυμασία. Πρώτα βγάζουν τα παπούτσια, μετά το πανωφόρι, μετά το πουκάμισο, μετά το παντελόνι και τα εσώρουχα και δεν μένουν πολλά, εκτός από το καπέλο. Πόδια, χέρια, στήθος (και στα δύο φύλα), εκτάσεις εκτεθειμένου χλωμού δέρματος άμαθου στον ήλιο. Θα έπρεπε η αστυνομία να επέμβει και να τους ψεκάζει τακτικά με αντηλιακό.
Και εάν πεις σε κάποιον «ζέστη σήμερα, ε;» δεν θα το εκλάβει φιλικά. «Ναι, προφανώς έχει ζέστη σήμερα», θα επιτεθεί. Το ξέρει. Η ζέστη τον έχει κρατήσει άυπνο και οι συμβουλές για ενυδάτωση δεν έχουν λειτουργήσει. Οι μπίρες ενυδατώνουν σε άλλες θερμοκρασίες και το νερό είναι μια επιλογή που δεν του πέρασε από το μυαλό.
«Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα», έγραψε ο Λ.Π. Χάρλτλεϊ στο βιβλίο «Ο μεσάζων». Ξαφνικά το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα και ο τόπος «ένα νησί με ξένους», όπως είπε ο υπ’ ατμόν πρωθυπουργός Στάρμερ. Οι υψηλές θερμοκρασίες μεσολαβούν, μεταλλάσσοντας τον χαρακτήρα. Οι ανθεκτικοί, ευσυνείδητοι, συγκρατημένοι Βρετανοί μοιάζουν τώρα με Μεσόγειους.
Οι ήσυχοι γείτονες, που για έντεκα μήνες δεν ακούγονται, δεν έχουν όρεξη για ευπροσήγορες ευγενικές κουβέντες. Βυθίζονται στη σιωπή, ενώ οι κινήσεις τους γίνονται βαρύτερες. Κλείνουν με θόρυβο την εξώπορτα, ανοίγουν με φασαρία τα παράθυρα και από εκεί διανέμουν τις μυρωδιές από τα γεύματά τους στη γειτονιά.
Οι υπόλοιποι γείτονες μοιράζονται από τα ανοιχτά παράθυρα την ακρόαση των ποδοσφαιρικών αγώνων και την επιλογή της μουσικής τους στη διαπασών και η μουσική δεν είναι τα συγκροτήματα που αναδείχθηκαν εν μέσω του μεγάλου καύσωνα του 1976, ούτε οι Sex Pistols, ούτε οι Clash. Κάτι έχει αλλάξει.
Οι νέες μητέρες χάνουν γρήγορα την υπομονή τους με τα παιδιά στα καρότσια, οι περαστικοί σπρώχνουν ελαφρώς, οι οδηγοί έχουν θυμωμένες εκφράσεις στο πρόσωπο. Ενα κορνάρισμα μπορεί να οδηγήσει έναν ποδηλάτη σε χειροδικία, τα ζευγάρια διαπληκτίζονται δημοσίως, οι οικογένειες τσακώνονται στις γωνίες των δρόμων ή ξεσπούν σε δυνατά γέλια. Η καυτή πόλη δεν είναι πια φιλική για τα σκυλιά και βολτάρουν όλοι όταν πέφτει η νύχτα.
Τα σώματα δεν έχουν περίγραμμα, οι μέρες μπλέκονται μεταξύ τους γλιστρώντας η μία μέσα στην άλλη και την εμμονή με τον καιρό τη λιώνει η εποχή της. Χρειάζεται προσαρμογή. Και ένα κλιματιστικό… παρακαλώ.
*Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει στο Λονδίνο.

