Η επικείμενη σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Aγκυρα δίνει την ευκαιρία στον Τούρκο πρόεδρο να αναδείξει, εκτός από την τουρκική φιλοξενία, και τη σημασία της χώρας του για το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο, ωστόσο δεν είναι βέβαιο ότι θα καταφέρει να κερδίσει πολλά –πέραν των εντυπώσεων– σε επίπεδο ουσίας και περιεχομένου από την πολυδιαφημισμένη σχέση του με τον Αμερικανό ομόλογό του.
Σχεδόν ένα χρόνο μετά τη συνάντηση Τραμπ – Ερντογάν στον Λευκό Οίκο δεν έχει υπάρξει κάποια ουσιαστική πρόοδος στο αρκετά ακανθώδες ζήτημα της στρατιωτικής συνεργασίας. Ο πρώτος θα προσφέρει κατά τα φαινόμενα το δώρο των αμερικανικών κινητήρων σε μια χρονική στιγμή που χωρίς αυτούς το πρόγραμμα των τουρκικών μαχητικών Kaan θα καθίστατο αβέβαιο, όμως δεν γνωρίζουμε αν αυτό είναι το αντίδωρο για την ήπια –πλην στοχοποίησης του Ισραήλ– στάση της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή ή αν θα ζητήσει ο Τραμπ κάποιο αντίδωρο από τον Ερντογάν, ενδεχομένως σε σχέση με το Ισραήλ.
Σημειωτέον ότι ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Aγκυρα εργάζεται άοκνα για τη σύγκλιση των συμφερόντων, έχοντας πιστωθεί την αμέριστη υποστήριξη της Ουάσιγκτον στον πρώην τζιχαντιστή ηγέτη της Συρίας και το «άδειασμα» των Κούρδων της Συρίας. Δεν έχει, πάντως, κατορθώσει να γεφυρώσει το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ. Πλασάρει προς τον Λευκό Οίκο την καλή διαγωγή του Ερντογάν στη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν, αφού αυτός άφησε στο απυρόβλητο την Ουάσιγκτον, πολύ περισσότερο δεν επιχείρησε να συμπήξει κάποιο μέτωπο εναντίον των αμερικανικών συμφερόντων, ενώ ο λόγος του βρίσκει απήχηση σε σημαντικό μέρος του μουσουλμανικού και αραβικού κόσμου. Επίσης, προβάλλει εμφατικά, όπως και ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος, τον ρόλο της Τουρκίας σε μια σειρά πεδίων, από τον Καύκασο μέχρι τη Σομαλία και από τη Λιβύη μέχρι την κεντρική Ασία.
Η Τουρκία έχει τρία πλεονεκτήματα, όταν η ηγεσία της συναλλάσσεται με την αμερικανική:
– Την ετοιμότητά της να συνδράμει αποστολές σε σημεία του πλανήτη, όπου είτε το ενδιαφέρον των Αμερικανών φθίνει είτε δεν επιθυμούν την εμπλοκή τους. Στην Αφρική, επί παραδείγματι, δραστηριοποιούνται τόσο επίσημες τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις όσο και μισθοφορικές, χωρίς απαραιτήτως τα συμφέροντα Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας να συγκλίνουν, αλλά από τη στιγμή που δεν διακυβεύεται κάτι ζωτικό για την τωρινή αμερικανική ηγεσία, της είναι αρκετό να διατηρεί ένα «πάτημα» και να αντλεί πληροφορίες μέσω μιας συμμαχικής χώρας. Εδώ βέβαια ελέγχεται ο βαθμός ευθυγράμμισης της Αγκυρας με την Ουάσιγκτον και η εμπιστοσύνη έναντί της. Μοιάζει για τον Τραμπ αυτό να μην αποτελεί πρόβλημα, κάτι βέβαια που δεν ισχύει για την αμερικανική γραφειοκρατία και τα αρμόδια υπουργεία.
– Τη δυνατότητα του Ερντογάν να «διαβάζει» καλύτερα τον Τραμπ και να προσφέρει οικονομικά ανταλλάγματα, είτε με την αγορά αμερικανικού αμυντικού εξοπλισμού (δέλεαρ η προπαραγγελία των F-35, που σκοντάφτει στους νομοθέτες) ή την υποδοχή αμερικανικών επενδύσεων, ακόμη καλύτερα επιχειρηματιών που συνδέονται με τον δεύτερο, ή ακόμη και να διευκολύνει συνολικά τις συναλλαγές με άμεσο οικονομικό όφελος μέσω Τουρκίας, αφού διατηρεί πολύ καλή τεχνογνωσία σε οικονομικές δραστηριότητες που κινούνται εκτός θεσμικού πλαισίου, στο ξέπλυμα μαύρου χρήματος και στα κρυπτονομίσματα.
– Τη συναλλακτικότητα που χαρακτηρίζει εξίσου και τους δύο ηγέτες, ώστε η φυλάκιση Ιμάμογλου και η οιονεί διάλυση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης να μην αποτελούν εμπόδια, σε μία συγκυρία, όπου μεσαίες δυνάμεις τύπου Τουρκίας αποκτούν μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών, στον βαθμό που η πολιτική τους δεν υπονομεύει εμφανώς τα αμερικανικά συμφέροντα, με τον στενό όμως τρόπο που τα αντιλαμβάνεται ο πρόεδρος Τραμπ. Ο τελευταίος δεν είναι αρνητικός απέναντι στο σχήμα Πακιστάν, Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Αιγύπτου και ας έχει εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις με το Ισραήλ για το μέλλον της Μέσης Ανατολής. Η περιθωριοποίηση της ηγεσίας του τελευταίου, προσφέρει, πάντως, επιχειρήματα σε όσους ισχυρίζονται ότι το πρόβλημά τους δεν είναι το Ισραήλ αλλά ο Νετανιάχου, ακόμη και αν δεν το εννοούν. Από την άλλη, θα είναι λάθος του Ερντογάν να υποτιμήσει την επιρροή του Ισραήλ στη νομοθετική εξουσία και στα όργανα λήψης αποφάσεων στις ΗΠΑ.
Πέραν του ότι ο Τούρκος πρόεδρος δεν μπορεί να στηρίζεται στις προθέσεις και τις διαθέσεις του Τραμπ, το μεγαλύτερο πρόβλημά του είναι ακριβώς αυτή η λειτουργική σχέση που έχουν αναπτύξει. Υπό την έννοια ότι ο δεύτερος έχει υψηλές προσδοκίες από τον πρώτο, οι οποίες αν διαψευστούν θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερη απογοήτευση. Ο Ερντογάν –ευρισκόμενος στην πρώτη γραμμή της προσοχής του Τραμπ– είναι εγκλωβισμένος στην υποχρέωσή του να πιστοποιεί σε τακτική βάση (εξ ου και οι συχνές επικοινωνίες) ότι δεν θα αποκλίνει αισθητά από τις επιθυμίες του, μα άδηλο κατά πόσον μπορεί να τις επηρεάζει σημαντικά και εξίσου άγνωστο αν ο Τραμπ μπορεί να προωθήσει αποτελεσματικά τυχόν αποφάσεις του με τουρκικό ενδιαφέρον στο εσωτερικό.
O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

