Υπάρχουν στιγμές που μια κοινωνία υποχρεώνεται να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη. Η τραγωδία στη Θεσσαλονίκη με τον θάνατο μιας γυναίκας (μητέρας στελέχους της Ν.Δ.) και ο τραυματισμός ακόμη τεσσάρων ανθρώπων από τις εκρήξεις δεν είναι απλώς ένα ακόμη αστυνομικό γεγονός. Είναι το πιο ηχηρό καμπανάκι ότι η τρομοκρατία και η πολιτική βία δεν εξαφανίστηκαν ποτέ. Παρέμειναν στο περιθώριο τρεφόμενες από την ανοχή, τις ιδεολογικές εκπτώσεις και τη διαρκή προσπάθεια ορισμένων να τις αντιμετωπίζουν με πολιτικούς αστερίσκους για δεκαετίες. Ευτυχώς αυτή τη φορά η αντίδραση ήταν διαφορετική, καθώς υπήρξε σχεδόν ομόθυμη καταδίκη.
Η δημοκρατία δεν δολοφονείται μόνο από τις βόμβες, αλλά υπονομεύεται πολύ νωρίτερα όταν η βία παύει να προκαλεί καθολική αποστροφή και αρχίζει να αναζητάει πολιτικές δικαιολογίες. Οταν οι μολότοφ βαφτίζονται «αντίδραση» και οι καταστροφές «κοινωνική έκφραση» και οι κουκουλοφόροι αντιμετωπίζονται με επιείκεια επειδή υποτίθεται ότι υπηρετούν δήθεν καλό σκοπό. Η χώρα πλήρωσε ακριβά εκείνη την εποχή κατά την οποία κυριάρχησε η λογική της… σωστής πλευράς κατά την εκτόξευση μιας μολότοφ (όπως έλεγε πριν από μερικά χρόνια ο Αλέξης Τσίπρας), την ώρα που στους δρόμους η βία αντιμετωπιζόταν στην καλύτερη περίπτωση ως ένα ενοχλητικό αλλά ανεκτό πολιτικό φαινόμενο.
Δεν μπορεί να διαγραφεί από τη συλλογική μνήμη ότι υπήρξαν πολιτικές δυνάμεις που επέλεξαν να χαϊδέψουν τα πιο ακραία αντανακλαστικά της κοινωνίας, να συγχέουν την πολιτική διαμαρτυρία με την τυφλή βία και να εμφανίζονται απρόθυμες να καταδικάσουν χωρίς επιφυλάξεις κάθε μορφή πολιτικού εξτρεμισμού. Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι ένα κόμμα ευθύνεται για τις εγκληματικές πράξεις όσων επιλέγουν την τρομοκρατία. Σημαίνει όμως ότι η πολιτική νομιμοποίηση της βίας, ακόμη και με υπαινιγμούς ή μισόλογα, δημιουργεί ένα κλίμα μέσα στο οποίο τα άκρα αισθάνονται λιγότερο απομονωμένα – ενίοτε δε και προστατευμένα. Αυτή είναι μια βαριά πολιτική ευθύνη που οφείλουμε να καταλογίσουμε ως πολίτες σε εκείνους που κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν.
Οι ευθύνες βεβαίως δεν σταματούν εκεί, καθώς για χρόνια η ελληνική κοινωνία συνήθισε τις εικόνες καταστροφής. Μια καμένη τράπεζα, ένα πανεπιστήμιο υπό κατάληψη, επιθέσεις σε αστυνομικούς, βανδαλισμοί δημόσιας περιουσίας, μολότοφ στο κέντρο της Αθήνας. Ολα αυτά αντιμετωπίστηκαν συχνά σαν μια σχεδόν φυσιολογική όψη της καθημερινότητας. Η ανοχή έγινε συνήθεια και η συνήθεια αδιαφορία. Η γυναίκα που έχασε τη ζωή της στη Θεσσαλονίκη είναι το τραγικό αποτέλεσμα αυτής της συλλογικής αποτυχίας. Η τρομοκρατία δεν κάνει διακρίσεις, δεν υπηρετεί ιδανικά, δεν εκδικείται το «σύστημα». Απλώς σκοτώνει ανθρώπους και τραυματίζει την ίδια την ελευθερία που υποτίθεται ότι επικαλούνται όσοι τη δικαιολογούν. Η απάντηση οφείλει να είναι σκληρή και άμεση εις βάρος των φυσικών αυτουργών και όσων τυχόν τους παρείχαν κάλυψη. Καμία πολιτική ανοχή, καμία ιδεολογική έκπτωση, καμία διάκριση ανάμεσα σε «καλή» και «κακή» βία. Οποιος εξακολουθεί να ψάχνει ελαφρυντικά για τους εμπόρους του μίσους δεν υπερασπίζεται τη δημοκρατία. Συμβάλλει, έστω και άθελά του, στην αποδυνάμωσή της σε μια εποχή που δεν επιτρέπονται άλλες εκπτώσεις. Το κράτος οφείλει να κάνει τη δουλειά του χωρίς εκπτώσεις και οι πολίτες να αναλάβουν τις ευθύ-νες τους με τις επιλογές τους.

