Εχει ανασυρθεί από τα κιτάπια της Ιστορίας η έννοια της εθνικοφροσύνης, με έντονη τη μυρωδιά της ναφθαλίνης. Διότι όταν αποκαλούν εθνομηδενιστές όλους όσοι έχουν μια διαφορετική θεώρηση των εθνικών μας ζητημάτων, αναγορεύουν εαυτούς σε εκφραστές του μοναδικού, γνήσιου και ανόθευτου πατριωτισμού. Δηλαδή σε αυτούς που φρονούν εθνικά. Το μονοπώλιο του πατριωτισμού και της εθνικοφροσύνης η πατρίδα μας το έχει πληρώσει ακριβά, καθώς έφερε ρήγματα στην εθνική συνοχή και αποτέλεσε τη βάση για την άσκηση τυχοδιωκτικών πολιτικών. Αν θέλουμε να κάνουμε μια σοβαρή δημόσια συζήτηση για τα εθνικά μας θέματα θα πρέπει να δεχθούμε πως όλοι προσέρχονται με γνώμονα την υπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος, όπως ο καθένας ορίζει αυτή την έννοια. Εθνομηδενιστές, απάτριδες και εθνικοί μειοδότες είναι λέξεις που διχάζουν, φανατίζουν και τελικά συγκροτούν την έννοια του πατριωτικού λαϊκισμού, που με τρόπο απλοϊκό και μανιχαϊστικό κατηγοριοποιεί τους Ελληνες. Και, όπως κάθε λαϊκισμός, προτείνει λύσεις μαξιμαλιστικές που κινούνται στη λογική του «μαύρου-άσπρου».
Η πολιτική πρόταση «δεν συνομιλούμε με πειρατές», εκτός από αφοριστική είναι και αδιέξοδη πολιτικά. Στην εποχή μας οι πάντες συνομιλούν με τους πάντες.
Στην πατρίδα μας είναι δυστυχώς γνωστό πως η εξωτερική πολιτική πολλές φορές ασκείται για εσωτερική κατανάλωση. Καριέρες πολιτικών, διπλωματών, πανεπιστημιακών, στρατιωτικών και δημοσιολογούντων κτίστηκαν επάνω σε έναν ανέξοδο εθνικό τσαμπουκά ο οποίος γίνεται ασμένως δεκτός από ένα ευμέγεθες κοινό. Ετσι, αυτό το φαινόμενο του πατριωτικού λαϊκισμού αναπαράγεται και δηλητηριάζει όλη την κοινωνία. Είναι γεγονός –για να μπω στην ουσία του θέματος– πως οι διαφορές μας με την Τουρκία έχουν ένα σκληρό πυρήνα ο οποίος δεν επιδέχεται καμιά μεταβολή. Ομως, παρ’ όλα αυτά συνυπάρχουμε, διότι συνομιλούμε και διότι ανήκουμε στην ίδια συμμαχία. Η πολιτική πρόταση «δεν συνομιλούμε με πειρατές», εκτός από αφοριστική είναι και αδιέξοδη πολιτικά. Στην εποχή μας οι πάντες συνομιλούν με τους πάντες. Το ζητούμενο κάθε φορά είναι να γνωρίζεις τα όρια του διαλόγου και ποια εναλλακτική υπάρχει αν σταματήσεις να συζητάς. Επιπροσθέτως, αν θελήσεις να μαλώσεις, θα πρέπει να εξετάσεις τον συσχετισμό δυνάμεων και κυρίως να δεις αν η απέναντι πλευρά επιθυμεί για πολύ περισσότερους λόγους τον καβγά.
Φυσικά ένας λαϊκιστής δεν διαθέτει τα αναλυτικά εργαλεία που απαιτούνται για σύνθετες σκέψεις και αναπληρώνει αυτό το κενό με αφορισμούς που διακρίνονται για την εχθροπάθειά τους. Αυτές τις ημέρες, με αφορμή την ίδρυση δύο νατοϊκών στρατηγείων στην Τουρκία, θα ακούσουμε τις γνωστές υπερβολές που θα φτάσουν μέχρι την πρόταση να θέσουμε βέτο για εθνικούς λόγους. Λες και η συμμαχία είναι το τσιφλίκι μας. Να υποθέσω πως ο συγκεκριμένος πατριωτικός λαϊκισμός πιο πολύ στόχο έχει τον Μητσοτάκη ανεβάζοντας τον αντιπολιτευτικό πήχυ στα εθνικά θέματα, παρά την ουσία των δύο υπό ίδρυση στρατηγείων. Οταν κάποιος αδυνατεί να κάνει μια στοιχειώδη ανάλυση, αδυνατεί να αντιληφθεί πως ο πιο σίγουρος τρόπος για να απομονωθεί η πατρίδα μας από τους 31 συμμάχους είναι ένα βέτο. Πολύ δε περισσότερο στην εποχή Τραμπ.

