Χθες μιλούσαμε για τον Αμερικανό Τζέρεμι Χάρπερ, ο οποίος μέσα σε 89 ημέρες μέτρησε έως το ένα εκατομμύριο. Την ιστορία «κλέψαμε» από τον Γάλλο μαθηματικό Μικαέλ Λονέι («Το θεώρημα της ομπρέλας. Η τέχνη της παρατήρησης του κόσμου», μτφρ.: Ανδρέα Μιχαηλίδη, εκδ. Πατάκη).
Τον Λονέι απασχολούν στη συγκεκριμένη ενότητα του βιβλίου του οι «πολύ μεγάλοι αριθμοί». Λέει πως από όλους τους πολιτισμούς με μεγάλη μαθηματική παράδοση, οι Ινδοί ήταν εκείνοι που «ανέπτυξαν από πολύ νωρίς μια προνομιούχα σχέση με τους πολύ μεγάλους αριθμούς».
Η παρακάτω παράγραφός του είναι που μου τραβάει το ενδιαφέρον περισσότερο: «Σ’ αυτή την αναρρίχησή τους τα κίνητρά τους δεν ήταν αποκλειστικά επιστημονικά, ήταν εξίσου ποιητικά και θρησκευτικά».
Γιατί; Διότι «επινόησαν τους μεγάλους αριθμούς σαν παιχνίδι και σαν πρόκληση, για να νιώσουν τη χαρά του ιλίγγου και για να επιχειρήσουν να πλησιάσουν αυτά που μας διαφεύγουν».
Μην αντιδράτε τώρα. Ο συγγραφέας μνημονεύει, κοντά στους Ινδούς, τους Ελληνες (ικανοποιημένοι;) και τους Κινέζους για τους προβληματισμούς τους «με τις μεγάλες δυνάμεις του δέκα».
Γράφει ο Λονέι: «Πρέπει να ομολογήσουμε ότι αυτή η αναζήτηση των μεγάλων αριθμών, όταν δεν συνδέεται με κάποια θρησκευτική ή φιλοσοφική αναζήτηση, είναι περιθωριακή στον κόσμο των μαθηματικών. Μπορείτε να μεθύσετε με το μέγεθός τους ή να νιώσετε δέος μπροστά στην απεραντοσύνη τους, αλλά, πέρα απ’ αυτό, αυτοί οι αριθμοί δεν έχουν καμιά πρακτική χρησιμότητα».
Ο Λονέι σημειώνει ότι οι Ευρωπαίοι της Αναγέννησης εν πολλοίς αδιαφόρησαν γι’ αυτούς και ότι «χρειάστηκε να φτάσουμε μέχρι τον 20ό αιώνα για να αναβιώσει η κούρσα των μεγάλων αριθμών».
Κάνω παύση, όμως, για να σταθώ στο ζήτημα των μεγάλων αριθμών «σαν παιχνίδι και σαν πρόκληση», πάνω απ’ όλα στη «χαρά του ιλίγγου» που μας προσφέρουν καθώς επιχειρούμε να πλησιάσουμε αυτά που μας διαφεύγουν».
Στο βάθος, όλη μας η ζωή, αυτό το τίποτα και τόσο καθημερινό, είναι μόνο μεγάλοι αριθμοί. Το απέραντο.
Παράδειγμα, κολυμπάμε στη θάλασσα, τώρα, το καλοκαίρι. Σκεφτόμαστε: πόσο ωραία χώρα η Ελλάδα! Δεν σκεφτόμαστε ποτέ πόσο ωραίος πλανήτης είναι η Γη. Και όμως ίσως να έπρεπε πού και πού. Να κάνουμε ένα zoom out για να νιώσουμε τη μεγάλη εικόνα: την ομορφιά και τη μοναδικότητα αυτού του πλανήτη, ο οποίος πλέει με τη σειρά του μέσα στην απεραντοσύνη. Βρισκόμαστε πάνω σε αυτό τον βράχο με νερό εν μέσω ενός φαντασμαγορικού, τρομακτικού απείρου.
Κι όταν βγαίνουμε από τη θάλασσα και πίνουμε ένα ποτήρι νερό, δεν σκεφτόμαστε ποτέ ότι τα μόρια του νερού μέσα στο ποτήρι αυτό είναι περισσότερα απ’ όσα ποτήρια μπορούν να χωρέσουν όλοι οι ωκεανοί της Γης.
Φυσικά, αυτές είναι άχρηστες σκέψεις. Δεν θα πληρώσουμε το σχολείο του παιδιού με αυτές τις σκέψεις.
Ε, αυτό τις καθιστά όμορφες. Με αυτές επιχειρούμε να πλησιάσουμε το απέραντο, που συνεχώς μας διαφεύγει.

