Η ταινία είναι αφιερωμένη στις δύο Αντέλες: τη μητέρα της και την κόρη της. Η μητέρα, κομψή, φίνα, απροσποίητη, μια μεγάλη γυναίκα με εφηβική ψυχή και σώμα, στο τέλος σιγουμουρμουρίζει ένα σκοπό στην παραλία και γιορτάζει τη ζωή λέγοντας δυνατά, στα αγγλικά: «Είμαι ακόμη εδώ». Με τον πατέρα της, διαπρεπή καθηγητή Ψυχιατρικής (πέθανε το 2016) παίρνουν πρωινό μαζί στον κήπο, εκείνος με επιβαρυμένη υγεία. Σύντομος διάλογος περί ψυχής που καταλήγει στη «διάγνωση»: «Στον εγκέφαλο είναι η ψυχή. Δεν υπάρχει ανεγκέφαλος ψυχή». Η μητέρα και ο πατέρας της Εύας Στεφανή είναι αναμφίβολα «Πρόγονοί» της. Δεν είναι όμως οι μόνοι. Το διάρκειας περίπου μιας ώρας ντοκιμαντέρ της, που παρουσιάστηκε πριν από λίγες ημέρες στην Πειραιώς 260 (στο Φεστιβάλ Αθηνών), είναι φτιαγμένο από «ρετάλια παλιών ταινιών της», όπως σχολιάζει η ίδια. Και είναι σαν να κάνει ζουμ στην άσφαλτο, περπατώντας με γρήγορο βήμα: «Μοιάζει στρωμένη με υπέροχα διαμαντάκια».
Καταγωγή της είναι οι άνθρωποι που γνώρισε στη ζωή της· πολλοί και διαφορετικοί μεταξύ τους. Ο Παπαβασιλείου, ο Σαββόπουλος, ο Παπαστάθης, ο Ε. Χ. Γονατάς, ο θείος Νώντας που δεν ήταν ακριβώς θείος ήταν όμως οικογένεια, η ηθοποιός Ολια Λαζαρίδου, η Δήμητρα, εργάτρια του σεξ και ιδιοκτήτρια πρώην θρυλικού μπορντέλου, ένας ταξιτζής που παίζει μπαγλαμά, η Αντωνίτσα στον Σταθμό Λαρίσης, ο Φλωράκης ο ποιητής του σταθμού, η Καίτη η κομμώτρια, που κουρεύει στον δρόμο τους άστεγους της οδού Αθηνάς… Δεν στέκεται πολύ στον καθένα, περνάει από τον έναν στον άλλον, συνειρμικά, με σύντομες δικές της φράσεις, πού και πού, φωτογραφία, ορισμένες φορές, από λήψεις κινητού, αφήνει τα πρόσωπα να την οδηγούν σε ένα ελλειπτικό ταξίδι ζωής. Μια «αλλόκοτη εκσκαφή». Διάθεση περιπαικτική, κάποτε εξομολογητική, ανεπαίσθητα (αυτο)σαρκαστική, με ειλικρινή αισθήματα για όλους όσους διασταυρώθηκε μαζί τους.
Είναι ένας παράδοξος και ανυπόκριτος τρόπος να σκηνοθετήσει και να αυτοσκηνοθετηθεί κανείς. Και κατορθώνει μέσα σε λίγο χρόνο να συνθέσει μια εικόνα εαυτού, μέσα από ανθρώπους της ζωής της. Τους συναντάει, ετεροπροσδιορίζεται και τους προσδιορίζει και η ίδια. Δεν τους υπαγορεύει τον τρόπο, τους παρακολουθεί· όλοι όμως της απευθύνονται. Δεν μονολογούν. Μοιράζονται μαζί της μια στιγμή, μια σκέψη, μια προτίμηση (όπως η Δήμητρα τη συνταγή μοσχάρι με μελιτζάνες), ένα μυστικό, τη σιωπή τους. Η Εύα Στεφανή ψαχουλεύει, όπως στα συρτάρια του μπαμπά της, διαπιστώνοντας ότι καθένα μυρίζει διαφορετικά. Το ίδιο και οι άνθρωποί της. Εχουν, καθένας, διαφορετική «μυρωδιά».
Είναι ένας παράδοξος και ανυπόκριτος τρόπος της Εύας Στεφανή να σκηνοθετήσει και να αυτοσκηνοθετηθεί, μέσα από τους «Προγόνους» της. Και κατορθώνει μέσα σε λίγο χρόνο να συνθέσει μια εικόνα εαυτού, μέσα από ανθρώπους της ζωής της.
Η ντοκιμαντερίστρια και βίντεο άρτιστ χρησιμοποιεί ανέκδοτο υλικό μιας 30ετίας με θαυμαστή οικονομία. Κλείνει το μάτι στον κόσμο (της) και στον θεατή.
Η κουβέντα της με τον φωτογράφο Στέλιο Σκοπελίτη συνοψίζει, κατά κάποιο τρόπο, και τη δική της διαδρομή. Ο Σκοπελίτης σχολιάζει ότι με τη φωτογραφία πια «περιτυλίγουμε τα πράγματα, δεν τα σκάβουμε». Αναφέρει μια «μεγάλη», κατ’ εκείνον, κουβέντα του Ηράκλειτου. «Εσκαψα τον εαυτό μου». «Εβρασα δηλαδή τον εαυτό μου μέσα στο ζουμί μου», εξηγεί. Ετσι και με τη φωτογραφία. «Δεν σκάβει πια ο άνθρωπος. Λιμάρει». Τι να το κάνω, πού να το βάλω; Αναρωτιέται. «Λάμπει εξωτερικά».
Η Εύα Στεφανή συμπορεύεται με τον Σκοπελίτη. Δεν «γυαλίζει» τα πρόσωπα. Επιστρέφει σε αυτά, σαν επισκέπτης, όπως στο πατρικό σπίτι της. Η ίδια κουρτίνα, από 7 ετών, ανεμίζει στο ανοιχτό παράθυρο. «Πρόγονοί» μου είναι τα όνειρα, λέει στην έναρξη. Η εκσκαφή συνεχίζεται.

