Πριν από δέκα χρόνια, η Βρετανία ψήφισε υπέρ της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η ετυμηγορία αυτή εντασσόταν σε μια ευρύτερη πολιτική στιγμή: άνοδος του ευρωσκεπτικισμού, κόπωση μετά την κρίση της Ευρωζώνης, οργή για τη μετανάστευση και διάχυτη δυσπιστία απέναντι στις Βρυξέλλες. Το Brexit φάνηκε σε πολλούς ως η αρχή μιας αλυσίδας.
Αν ένας πυλώνας της ευρωπαϊκής οικονομίας μπορούσε να αποχωρήσει, γιατί να μην ακολουθούσαν και άλλες χώρες; Σε όλη την Ευρώπη, κόμματα που αμφισβητούσαν ευθέως την ευρωπαϊκή ενοποίηση κέρδιζαν έδαφος και πολλοί προέβλεπαν ότι το βρετανικό παράδειγμα θα λειτουργούσε ως καταλύτης. Κυριαρχούσε ο φόβος μιας σταδιακής αποσύνθεσης, όπου η μία αποχώρηση θα πυροδοτούσε την επόμενη.
Σήμερα, η εικόνα έχει αντιστραφεί. Στη Βρετανία, το 57% των πολιτών πιστεύει πως η έξοδος ήταν εσφαλμένη, έναντι μόλις 31% που τη θεωρεί ορθή. Στην υπόλοιπη Ευρώπη, η εμπειρία του Brexit –χαοτικές διαπραγματεύσεις, πολιτική αστάθεια και οικονομικό κόστος– αποδυνάμωσε τη δυναμική εξόδου από την Ενωση. Οι πιο πρόσφατες μετρήσεις δείχνουν ότι το 74% των Ευρωπαίων (και το 65% των Ελλήνων) δηλώνει ότι έχει ωφεληθεί από τη συμμετοχή στην Ενωση. Η ιδέα της εξόδου έχει καταστεί πολιτικά περιθωριακή.
Ενδεικτική είναι η μεταστροφή πρωταγωνιστών του ευρωσκεπτικισμού. Η Μαρίν Λεπέν εγκατέλειψε το αίτημα για Frexit, προτάσσοντας το όραμα μιας «Ευρώπης των Εθνών» που μεταρρυθμίζεται εκ των έσω. Η Τζόρτζια Μελόνι πλέον πολιτεύεται ως δύναμη αναδιαμόρφωσης της Ευρώπης. Η στάση αυτή σίγουρα επιδιώκει μια Ευρώπη λιγότερο δεσμευμένη σε φιλελεύθερους κανόνες. Ομως είναι και μια στάση που δεν αποσκοπεί στην κατάργηση ή την υπονόμευση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, αλλά στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στο εσωτερικό του.
Το βασικό κίνητρο του ευρωσκεπτικισμού ήταν η ανάκτηση εθνικού ελέγχου απέναντι στον υποτιθέμενο ολοένα μεγαλύτερο συγκεντρωτισμό της Ε.Ε. Το «Take Back Control» του Brexit συμπύκνωσε την αντίληψη ότι η πολιτική εξουσία θα έπρεπε να κατοικεί ξεκάθαρα εντός των συνόρων και να μπορεί να ασκηθεί με απόλυτη αυτονομία. Ομως, η πλήρης ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας στο εμπόριο, στη μετανάστευση, στην τεχνητή νοημοσύνη και στην ενέργεια συχνά παράγει μικρότερη ικανότητα επιρροής. Αν αυτό ισχύει για τη Βρετανία, σίγουρα ισχύει και για τις περισσότερες χώρες της Ενωσης.
Καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί μόνη της να αντισταθμίσει την ισχύ των ΗΠΑ ή της Κίνας στην άμυνα, στην τεχνολογία ή στις ψηφιακές υποδομές.
Σταδιακά, ο ευρωσκεπτικισμός αντικαταστάθηκε από έναν «ευρωρεαλισμό». Κόμματα από σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα πλέον αναγνωρίζουν ότι τα κράτη της ηπείρου είναι πολύ μικρά για να επηρεάσουν μόνα τους τους βασικούς κανόνες του διεθνούς ανταγωνισμού. Είκοσι από τα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε. έχουν πληθυσμό μικρότερο των 12 εκατομμυρίων. Καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί μόνη της να αντισταθμίσει την ισχύ των ΗΠΑ ή της Κίνας στην άμυνα, στην τεχνολογία ή στις ψηφιακές υποδομές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εθνική αυτοδιάθεση παραδόξως ενδυναμώνεται μέσα από βαθύτερη συνεργασία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οταν η Ε.Ε. διαπραγματεύεται εμπορικές συμφωνίες ή θέτει πρότυπα για την τεχνητή νοημοσύνη, η συλλογική ευρωπαϊκή δράση αυξάνει τις πολιτικές επιλογές που είναι διαθέσιμες σε εθνικές κυβερνήσεις. Με αυτόν τον τρόπο, τα κράτη-μέλη δεν είναι απλοί αποδέκτες κανόνων που διαμορφώνονται αλλού.
Σε κρίσιμα πεδία, η μεταφορά εξουσιών και αρμοδιοτήτων στο ευρωπαϊκό επίπεδο δεν αποδυναμώνει τα κράτη-μέλη, αλλά τους δίνει τη δυνατότητα να λειτουργήσουν συλλογικά ως τρίτος πόλος ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα. Αυτό δεν σημαίνει αποδοχή ενός άκριτου φιλοευρωπαϊσμού. Η Ευρώπη έχει κάνει σοβαρά λάθη, όπως στη διαχείριση της κρίσης χρέους, στην ανοχή της ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία και στην αδυναμία οικοδόμησης αμυντικών ικανοτήτων που να μην εξαρτώνται από τις ΗΠΑ.
Μια ευρωρεαλιστική προσέγγιση θέτει αυστηρότερα κριτήρια για την ίδια την Ευρώπη: να μπορεί να συνδυάσει οικονομική ανάπτυξη, κοινωνική συνοχή και στρατηγική αυτονομία. Η ανάληψη της προεδρίας του Συμβουλίου της Ε.Ε. από την Ελλάδα τον Ιούλιο του 2027 αποτελεί ευκαιρία να μεταφραστεί αυτός ο ευρωρεαλισμός σε προτεραιότητες –στη βιομηχανία, την άμυνα και την τεχνολογία– που αυξάνουν την πραγματική κυριαρχία των κρατών-μελών.
*Ο κ. Αλέξανδρος Κεντικελένης είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Bocconi του Μιλάνου.

