Ενόψει της 250ής επετείου από τη διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, η «Κ» δημοσιεύει απόσπασμα από τις διαλέξεις του Στέλιου Ράμφου για το βιβλίο του Αλεξίς ντε Τοκβίλ «Η δημοκρατία στην Αμερική» (εκδόσεις Στοχαστής) και ειδικά από τον Β΄ τόμο (1840) όπου ο συγγραφέας πραγματεύεται τον νέο συναισθηματικό κόσμο που γεννούν στους ανθρώπους τα δύο καθεστώτα, η αριστοκρατία και η δημοκρατία στο πεδίο της ποίησης.
«Με σημείο αναφοράς την ποίηση ως “αναζήτηση και απεικόνιση του ιδεώδους” και την επεξήγηση ότι “η ποίηση δεν έχει ως σκοπό να παρουσιάζει το αληθές αλλά να το διακοσμεί και να το προσφέρει στο πνεύμα μιας ανώτερης εικόνας” (σελ. 492), ο Τοκβίλ θέλει να ερευνήσει αν στις πράξεις, τα αισθήματα και τις ιδέες των δημοκρατικών λαών συναντούμε πράγματα, τα οποία προσφέρονται να φαντασθούμε το ιδεώδες και που γι’ αυτό τον λόγο μπορεί να θεωρηθούν ως φυσικές πηγές της ποιήσεως, με δεδομένο ότι η κλίση προς το ιδεώδες και η ευχαρίστηση που απολαμβάνουμε βλέποντας την εικόνα του δεν είναι ποτέ τόσο έντονα και διαδεδομένα στη δημοκρατία όσο στην αριστοκρατία.
Ποιες είναι, κατά Τοκβίλ, συνοπτικά οι διαφορές μεταξύ αριστοκρατίας και δημοκρατίας όσον αφορά την κλίση προς το ιδεώδες; Στα αριστοκρατικά έθνη το πνεύμα του λαού τείνει πέρα και πάνω από το άμεσο περιβάλλον· στις δημοκρατίες η ψυχή και η φαντασία στρέφονται στην αναπαράσταση του χρήσιμου και πραγματικού, εξαιτίας της αγάπης των υλικών απολαύσεων και διακρίσεων. Η αριστοκρατία κρατεί την κοινωνία ακίνητη και διατηρεί το ανθρώπινο πνεύμα στην πίστη, ενώ κλίνει πάντοτε να τοποθετεί ενδιάμεσες δυνάμεις μεταξύ Θεού και ανθρώπου (αγγέλους, χερουβίμ, σεραφίμ και πλήθος άλλα ενδιάμεσα). Οταν το σύμπαν κατοικείται από όντα απρόσιτα στις αισθήσεις, στη διάθεση του πνεύματος, η φαντασία νιώθει άνεση και οι ποιητές βρίσκουν πλήθος θεμάτων. Αντίθετα στη δημοκρατία η αμφιβολία ξαναφέρνει τους ποιητές στον υλικό κόσμο, ενώ η ισότητα απλοποιεί το θρησκευτικό αίσθημα. Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.
Η αριστοκρατία ευνοεί το πνεύμα στη θέαση του παρελθόντος και το ακινητοποιεί εκεί, ενώ τα πράγματα συνήθως μεγεθύνονται και αλλάζουν στον βαθμό που απομακρύνονται, οπότε προσφέρονται καλύτερα στην απεικόνιση του ιδεώδους. Η δημοκρατία πάλι αποστρέφεται το παρελθόν, ενώ η ισότης, αφού αφαιρέσει από την ποίηση το παρελθόν, την στερεί εν πολλοίς και από το παρόν.
Στις αριστοκρατίες οι προνομιούχοι βρίσκονται εκτός κοινής ανθρώπινης μοίρας· στις δημοκρατίες όλοι οι άνθρωποι είναι πολύ μικροί και όμοιοι και ως μέτρια μεγέθη δεν προσφέρονται στο υψηλό και ιδεώδες. Εξ ου και εδραιωμένη στη γη, η ποίηση στερεύει πολλές από τις πηγές της.
Αυτό δεν αποκλείει στη δημοκρατία να ανακαλύπτει νέες πηγές εμπνεύσεως. Ετσι στο μέτρο που η αμφιβολία ερημώνει τον ουρανό και η ισότης περιορίζει τον άνθρωπο, οι ποιητές στρέφονται στην άψυχη φύση και αντί να καταπιάνονται με θεούς και ήρωες εικονίζουν περιγραφικά ποταμούς και βουνά. Πρόκειται, κατά τον Τοκβίλ, για μια μεταβατική περίοδο και πιστεύει ότι μακροπρόθεσμα η δημοκρατία θα αφήσει τα εξωτερικά θέματα για να στραφεί αποκλειστικά προς τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο δημοκρατικός άνθρωπος παρακολουθεί αφ’ υψηλού τη φύση, “συγκινείται όμως πραγματικά μόνο κοιτάζοντας τον εαυτό του” (σελ. 494).
Αδιαφορεί για τα περασμένα “όμως ονειροπολεί ασμένως αυτό που θα έρθει και από την πλευρά τούτη, η φαντασία του δεν έχει όρια· απλώνεται και διογκώνεται υπέρμετρα” (σελ. 494).
Κατά τον Αλεξίς ντε Τοκβίλ στα αριστοκρατικά έθνη το πνεύμα του λαού τείνει πέρα και πάνω από το άμεσο περιβάλλον· στις δημοκρατίες η ψυχή και η φαντασία στρέφονται στην αναπαράσταση του χρήσιμου και πραγματικού.
Στις αριστοκρατίες λαοί και άτομα ρέπουν στην ακινησία και στον διαχωρισμό τους από όλους τους άλλους· στις δημοκρατίες η ακραία κινητικότης και οι ανυπόμονες επιθυμίες κάνουν τους ανθρώπους να μετακινούνται συνεχώς, να αναμιγνύονται δανείζοντας ο ένας στον άλλο. Ετσι ό,τι αφορά την ύπαρξη του ανθρώπου ως είδους στο μέλλον του, αποκτά γονιμότητα για την αυθεντική ποίηση.
Οι ποιητές των αριστοκρατικών εποχών επέλεγαν ως θέματα συμβάντα της ζωής ενός λαού ή ενός ανθρώπου, όμως κανένας τους δεν δοκίμασε να αποτυπώσει στο έργο του “τα πεπρωμένα του ανθρώπινου γένους”, εν αντιθέσει προς τους ποιητές των δημοκρατικών περιόδων. Οι τελευταίοι αντιλαμβάνονται την ανθρωπότητα ως “ενιαίο σύνολο”, βλέπουν ότι ένα και μοναδικό σχέδιο καθορίζει τις τύχες της και διαβάζουν στις πράξεις του ατόμου το αποτύπωμα του σχεδίου με το οποίο ο Θεός κατευθύνει το είδος. Εξ ου και φαίνονται μικροί και ψυχροί όταν δίνουν υλική μορφή στο θείο, σε αγγέλους ή δαίμονες και τους φέρνουν από τον ουρανό στη γη. Οταν όμως επιχειρούν να περιγράψουν τα γενικότερα σχέδια του Θεού για τον κόσμο, τους κατανοούν και τους τιμούν επειδή έτσι κινείται και η φαντασία των συγχρόνων τους. Προτιμούν να εικονίζουν πάθη και ιδέες παρά πρόσωπα και πράξεις.
Οπως η καθημερινότητα στη δημοκρατική κοινωνία δεν προσφέρεται στη φαντασία του ιδεώδους (η πραγματικότητά της δεν είναι από μόνη της ποιητική), αυτό υποχρεώνει τους ποιητές να προχωρούν πέρα από τις σωματικές αισθήσεις και να διαβάζουν την ίδια την ψυχή (σελ. 496): Τίποτε δεν προσφέρεται περισσότερο στην απεικόνιση του ιδεώδους “από τον άνθρωπο που εννοείται στους βυθούς της άυλής του φύσεως”. Δεν έχει παρά να κοιταχθεί μέσα του για να ανακαλύψει ένα θαυμαστό αντικείμενο με άπειρο μεγαλείο και άπειρη μικρότητα. Δεν γίνεται ποίηση με άγνοια εαυτού. “Αν ο άνθρωπος αγνοούσε εντελώς τον εαυτό του δεν θα ήταν διόλου ποιητικός”. Τι να εικονίσεις από κάτι που αγνοείται πλήρως; Ούτε θα υπήρχε επίσης χώρος για τη φαντασία εάν ο άνθρωπος έβλεπε τον εαυτό του καθαρά. Στην πραγματικότητα είμαστε αρκετά γυμνοί, ώστε κάτι να διακρίνουμε, και αρκετά ντυμένοι, ώστε τα υπόλοιπα να χάνονται σε σκοτάδια αδιαπέραστα που μάταια βυθιζόμαστε μέσα τους για να ολοκληρώσουμε την αυτογνωσία μας.
Δεν υπάρχει λοιπόν χώρος στις δημοκρατίες για την ποίηση των θρύλων, του έπους και των υπερφυσικών όντων που οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πια· θα πρωταγωνιστεί ο άνθρωπος, κι αυτό είναι που χρειάζονται: ο άνθρωπος απέναντι στη φύση και στον Θεό, με τα πάθη, τα βάθη και τα ύψη του. Το βεβαιώνει, κατά τον Τοκβίλ, ό,τι έχουν γράψει οι μεγαλύτεροι ποιητές που εμφανίστηκαν αφότου ο κόσμος ολοκλήρωσε τη στροφή προς τη δημοκρατία. Αυτοί, με πρώτο και καλύτερο τον Τσάιλντ Χάρολντ του Βύρωνος, τον Σέλλεϋ ή τον Γουόρντσγουορθ, ποιητές ανάμεσα στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου, αντί να αφηγηθούν τις πράξεις ενός ανθρώπου, μίλησαν για φωτεινές ή σκοτεινές όψεις της ανθρώπινης καρδιάς. “Η ισότητα δεν καταστρέφει λοιπόν όλα τα αντικείμενα της ποιήσεως· τα κάνει μεγαλύτερα και πλατύτερα” (σελ. 496)».
*Ο κ. Στέλιος Ράμφος είναι συγγραφέας.
Οι παραπομπές των σελίδων αναφέρονται στο 17ο κεφάλαιο του Β΄ τόμου (Α΄ μέρος), με τίτλο «Ορισμένες πηγές της ποιήσεως στα δημοκρατικά έθνη».

